Εάν υποθέσουμε ότι το δημοσιονομικό ισοζύγιο θα είναι ισορροπημένο τις επόμενες δεκαετίες με μηδενικά πρωτογενή ελλείμματα –πράγμα καθόλου εύκολο– και o ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα υπερβαίνει το μέσο επιτόκιο δανεισμού κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες, τότε το δημόσιο χρέος της χώρας θα πέσει στο 110% του ΑΕΠ (δηλ. στα επίπεδα που βρισκόταν το 2008) περίπου το 2039, ενώ το όριο του 60% που ορίζει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης θα το πιάσει το 2069.

Για να δούμε τι σημαίνουν οι αριθμοί αυτοί: εάν η Ελλάδα επέστρεφε αύριο στις αγορές και δανειζόταν (στην καλύτερη περίπτωση) με επιτόκιο 4,75%, δηλ. με το ίδιο κόστος που άντλησε 3 δισ. € τον Απρίλιο του 2014, ο ετήσιος μέσος ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα έπρεπε να πλησιάσει το 7% τις επόμενες δεκαετίες για να πιάσει τους παραπάνω στόχους. Διαφορετικά, με ένα πιο ρεαλιστικό σενάριο ανάπτυξης 2% τον χρόνο, το ελληνικό δημόσιο θα έπρεπε να καταγράφει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 7% περίπου.

Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ για την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, σε ένα δείγμα 55 χωρών τα τελευταία 200 χρόνια, καμία χώρα προερχόμενη από μια τόσο μακρά περίοδο αρνητικής ανάπτυξης (όπως τώρα η Ελλάδα) δεν κατάφερε να διατηρήσει ένα πρωτογενές πλεόνασμα μεγαλύτερο του 2%.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, είναι προφανές ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Βεβαίως, η πραγματικότητα είναι ότι το χρέος υπέσκαπτε την ευημερία της χώρας μας εδώ και πολλά χρόνια, πολύ πριν από την κρίση. Φοβάμαι όμως ότι ποτέ δεν κατέστη δυνατό να προβληθεί/συζητηθεί το πρόβλημα ήρεμα (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων), πόσο μάλλον να διαμορφωθεί μια εθνική στρατηγική επίλυσης του.

Ασφαλώς, εφόσον η Ελλάδα συνεχίσει να δανείζεται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, το μεγάλο δημοσιονομικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν έχει τόση σημασία, όσο έχει το μέγεθος των ετήσιων χρηματοδοτικών αναγκών της Ελλάδας για την εξυπηρέτηση του χρέους αυτού. Εξ ού και το βάρος που δίνεται από πολλούς στον τομέα αυτό. Όσο χαμηλότερες είναι οι ετήσιες ανάγκες, τόσο μικρότερος είναι ο κίνδυνος οικονομικής αστάθειας που ελλοχεύει.

Από την άλλη πλευρά, μια –μη περιστασιακή– επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές προφανώς προϋποθέτει ελάφρυνση της ονομαστικής αξίας του χρέους. Η σημερινή κυβέρνηση έχει επενδύσει τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο σε μια τέτοια εξέλιξη, υποβαθμίζοντας όμως το γεγονός ότι μια έξοδος στις αγορές απαιτεί γενναίες μεταρρυθμίσεις, χωρίς τις οποίες το κόστος εξόδου θα είναι μεγάλο. Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα βγει στις αγορές πριν επιδείξει κάποια σημάδια βιώσιμης ανάπτυξης, τα επιτόκια δανεισμού θα είναι πολύ μεγαλύτερα από το –επιδοτούμενο– ύψος στο οποίο δανείζεται σήμερα.

Συγκεκριμένα, για κάθε μία ποσοστιαία μονάδα μείωσης του χρέους, το ονομαστικό επιτόκιο αναμένεται να πέσει κατά .04 μονάδες (βλέπε εδώ). Με απλά λόγια, αν η Ελλάδα ήταν σε θέση να βγει στις αγορές χωρίς ελάφρυνση χρέους το 2018 με επιτόκιο 6.5% (ένα ιδιαίτερα αισιόδοξο σενάριο), τότε μια ελάφρυνση του χρέους της τάξης του 50% θα μειώσει το επιτόκιο της αγοράς κατά 3.5 ποσοστιαίες μονάδες, δηλ. στο 3%. Εν συγκρίσει, σήμερα το επιτόκιο που δανείζεται η χώρα μας βρίσκεται περίπου στο 1% (βλέπε παλιότερο άρθρο μου στο Capital.gr).

Πρέπει επιτέλους να γίνει αντιληπτό ότι χωρίς μεταρρυθμίσεις, μια ελάφρυνση του χρέους από μόνη της δεν πρόκειται να φέρει αποτέλεσμα για έναν ακόμα λόγο: αυτό που έχει πλέον αποκτήσει μεγάλη σημασία δεν είναι μόνο το επίπεδο του χρέους ως % του ΑΕΠ, αλλά και η διαχρονική του πορεία. Όσο μικρό κι αν γίνει το χρέος μας, οι αγορές δεν πρόκειται να προθυμοποιηθούν αβίαστα να χρηματοδοτήσουν καινούργια ελλείμματα τα οποία επαναφέρουν το χρέος σε ανοδική πορεία.

Θεωρώ παραπλανητικό να ισχυρίζονται κάποιοι ότι αν η Ελλάδα βγει στις αγορές, θα ανακτήσει την ανεξαρτησία της όσον αφορά την δημοσιονομική πολιτική που ασκεί. Όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης υπόκεινται σε εποπτεία στα πλαίσια του Δημοσιονομικού Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ΕΕ. Συνεπώς, είτε η Ελλάδα βρίσκεται υπό το καθεστώς ενός «Μνημονίου» είτε όχι, θα πρέπει να κινηθεί εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου οικονομικής πολιτικής. Στην πραγματικότητα, η έξοδος στις αγορές μάλλον θα στενέψει τα περιθώρια ευελιξίας/ανεξαρτησίας παρά το αντίθετο.

Η συσσώρευση του μεγάλου δημόσιου χρέους της χώρας μας τις τελευταίες δεκαετίες δεν αποτελεί ένα λογιστικό σφάλμα των τελευταίων ετών, το οποίο αρκεί να σβήσει κάποιος για να κάνουμε μια νέα αρχή. Αντιθέτως, το μεγάλο χρέος μας αντανακλά σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας. Εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν.

Η ελάφρυνση του χρέους (με οποιονδήποτε τρόπο επιτευχθεί) δεν μπορεί από μόνη της να μας βάλει σε μια τροχιά βιώσιμης ανάπυξης: ούτε πρόκειται να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, ούτε θα αυξήσει την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων. Ούτε πρόκειται να κάνει τις εξαγωγές μας περισσότερο ανταγωνιστικές, ούτε θα προσελκύσει περισσότερους τουρίστες. Το επενδυτικό κλίμα δεν πρόκειται να βελτιωθεί αν δεν υπάρξει πολιτική σταθερότητα και γίνουν γενναίες μεταρρυθμίσεις. Χωρίς αυτές, η ελάφρυνση του χρέους θα είναι μάταιη.

* Ο κ. Βασίλης Σαραφίδης είναι επίκουρος καθηγητής Οικονομετρίας στο πανεπιστήμιο Monash της Μελβούρνης.