«Το φανάρι του Διογένη» ………….. (σχολιασμοί και επισημάνσεις)…

«Το φανάρι του Διογένη» ………….. (σχολιασμοί και επισημάνσεις)…

Το πολιτικό κατεστημένο την «έπνιξε». Γιατί; Διαβάζοντάς την λύνονται οι απορίες!
Μια συνέντευξη με τον Νίκο Κούνδουρο στην εφημ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» (Κυριακή 3 Απριλίου 2011 στο Γιάννη Ζουμπουλάκη)

Δείχνει εξοργισμένος για την κατάντια της πατρίδας του ο Έλληνας σκηνοθέτης, που εκείνες τις ημέρες δέχθηκε και δολοφονική επίθεση μέσα στο σπίτι του. Μιλάει για την περιπέτειά του και τους αλλοδαπούς που «θέλουν να σκοτώσουν», για τους «τρομοκράτες» πολιτικούς και για την πείνα που «μόνον αυτή θα σπρώξει τον λαό στο δρόμο»…

Με περιμένει στην αυλή του σπιτιού του στο Μετς. Είναι ντυμένος, όπως πάντα, στα μαύρα. Περπατά αργά: οι συνέπειες της επίθεσης που δέχθηκε τον περασμένο Οκτώβριο στο σπίτι του, το οποίο λεηλατήθηκε από τέσσερις αλλοδαπούς που παραλίγο να τον σκοτώσουν, είναι εμφανείς. Ωστόσο ο Νίκος Κούνδουρος νιώθει και δείχνει βράχος. Δεν κρύβει την οργή του, λυπάται για όσους οδήγησαν την πατρίδα του στην κατάντια, αλλά είναι έτοιμος ακόμη και σήμερα να πολεμήσει. Ίσως όχι με ένα τουφέκι, όπως έκανε στο ΕΑΜ, αλλά με μια καινούργια ταινία.

Πριν από μερικούς μήνες ζήσατε ακόμη μία τρομερή περιπέτεια στην ούτως ή άλλως περιπετειώδη ζωή σας. Κατ’ αρχάς, πώς αισθάνεστε σήμερα;

«Βράχος. Το συμβάν βέβαια έχει ακόμη την «ουρά» του γιατί τα άτιμα τα πλευρά θέλουν μήνες να κολλήσουν. Επτά-οκτώ μήνες. Κατά βάθος όμως οφείλω να πω ότι χαίρομαι που το πέρασα».

Για ποιον λόγο μπορεί κάποιος να χαίρεται που παραλίγο να πεθάνει;

«Το γεγονός με έκανε να δω την πραγματικότητα. Είχα μια ανόητη ευαισθησία και γενναιοδωρία με την είσοδο ή μάλλον την εισβολή των ξένων στην Ελλάδα. Έλεγα ότι της ίδιας γης παιδιά είμαστε, να μπει ο κόσμος στην Ελλάδα, να ευφρανθεί, να νιώσει ασφάλεια, να φάει, να πιει ελληνικό νερό. Ε, από την ώρα του περιστατικού τέρμα όλες αυτές οι εφηβικές μαλακίες. Τέσσερα κτήνη, τέσσερις βάρβαροι που ούρλιαζαν και βρωμούσαν και φορούσαν μάσκες με έκαναν να δω την πραγματικότητα».

Από εκείνη τη βραδιά τι δεν θα ξεχάσετε ποτέ;

«Εκείνο το «μην τον κρατάς, πνίξ’ τον, τον πούστη!» που φώναζε ο μόνος που άκουσα να μιλάει τσάτρα-πάτρα ελληνικά. Εγώ πούστης; Καλά το «πνιξ’ τον», το «πούστης» τι το θέλανε; Από εκεί κινήθηκε ένας μηχανισμός από σκέψεις μου που πέταξε έξω από την Ελλάδα όλους τους μετανάστες. Δεν είναι σωστό όμως και ως κοινωνική συμπεριφορά η Ελλάδα να ανοίγει τις πόρτες της σαν την πουτάνα που ανοίγει τα πόδια της: 1.400.000 ξένοι μέσα στη χώρα; Το 15% της χώρας μετανάστες; Πόσοι Έλληνες μπορούν να απορροφήσουν αυτό το νούμερο; Και όμως, έγινε. Αυτά είναι συνέπειες του κόμπλεξ κατωτερότητας που έχουν οι Έλληνες. Να ’ναι καλά οι κυβερνήσεις. Οι Γερμανοί θα έπρεπε να έχουν το κόμπλεξ, όχι εμείς».

Τι το ιδιαίτερο είχε το περιστατικό και σας κάνει να αισθάνεστε έτσι;

«Δεν ήθελαν μόνο να κλέψουν. Ήθελαν να σκοτώσουν. Έναν άλλο κύριο εδώ παρακάτω τον έπνιξαν με μαξιλάρι. Εγώ μόλις που γλίτωσα. Κρατούσαν το μαξιλάρι στο πρόσωπό μου και ίσα που ανέπνεα λίγο από το πλάι. Είδα μια εκδικητικότητα φυλετική, ταξική, κοινωνική, εθνική, όπως θες πες το. Ήταν μίσος. Γιατί αυτό που ήθελαν να πάρουν το είχαν πάρει. Τους το έδωσα. Πήγα στο χρηματοκιβώτιο και τους έδωσα ό,τι είχα. Μπήκαν σε ένα σπίτι που για εκείνους ήταν το Λούβρο και εγώ τους πήγα στο χρηματοκιβώτιό μου να τους δώσω ό,τι λεφτά είχα. Από την ταραχή μου δεν μπορούσα να θυμηθώ τον αριθμό του κωδικού και έκανα λάθος. Μου κοπάνησαν το κεφάλι στο ατσάλι. Μια και δυο και τρεις φορές. Επί δεκαπέντε ημέρες το πρόσωπό μου ήταν μαύρο από το σκοτωμένο αίμα».

Έτυχε να συναντηθείτε με αλλοδαπό μετά το περιστατικό; Και αν ναι, τι έγινε;

«Μετά το επεισόδιο βρέθηκα συνεπιβάτης στο αυτοκίνητο ενός φίλου δικηγόρου. Ήρθε ένας Πακιστανός να καθαρίσει τα τζάμια. Του λέει ο φίλος «όχι». Εγώ, που είχα περάσει αυτά που είχα περάσει, του λέω «δώσ’ του κάτι του νεαρού, δεν πειράζει». Του έδωσε λοιπόν ένα κέρμα. Το παίρνει ο Πακιστανός, το κοιτάζει και μας το πετά στα μούτρα. Πήδηξα έξω σαν να ’μουν 18 χρόνων, τον έπιασα από τον σβέρκο και τον έσυρα με μια κακία, με ένα μίσος, στο αυτοκίνητο και του ’πα «βρες το». Από πίσω ο κόσμος έβλεπε την εικόνα ενός λευκού που έσουρνε έναν φουκαρά Πακιστανό σαν να ήταν σκύλος. Η εντύπωση που έδωσα ήταν ότι η λευκή ράτσα ταλαιπωρούσε έναν φουκαρά πακιστανό σκύλο. Και όμως συνέβαινε το ανάποδο. Η παρεξήγηση είναι μέσα στη ζωή μας».

Θα πρέπει να είναι πολύ παράξενο για έναν άνθρωπο που έχει δει τόσο πολλά: Εμφύλιο, Κατοχή, εκτελέσεις, εξορία στη Μακρόνησο…

«Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το περιστατικό που έζησα κακιά στιγμή, αλλά έτσι θα το εξευτέλιζα. Δεν ήταν σαν το τραμ που με πάτησε στον δρόμο εξαιτίας μιας αδεξιότητάς μου. Ήταν το γέννημα ενός στάτους πολύ ευρύτερου που κυριαρχεί σε όλη την Ελλάδα. Η ταπείνωση ενός έθνους σε σημείο να μην μπορεί να κυκλοφορήσει κανείς στον δρόμο χωρίς το καρδιοκτύπι μη τυχόν του τύχει το απρόσμενο κακό. Όπως μου είπε ο αστυνομικός διευθυντής που με βρήκε τότε, «η Αθήνα είναι μια ανοχύρωτη πόλη όπου κυριαρχούν ο φόβος, η ανησυχία και το απρόσμενο». Ο καθένας μπορεί να κάνει το οτιδήποτε και ο καθένας μπορεί να υποστεί το οτιδήποτε. Η Αστυνομία, σύμφωνα με τα λόγια του, μπορεί να κάνει πάρα πολύ λίγα πράγματα και ακόμη λιγότερα να κυνηγήσει, πόσο μάλλον να καταδικάσει. Και έτσι είναι. Κακό τέλος είχε η ηρωική ελληνική φυλή μετά το αλβανικό, μετά τον ανταρτοπόλεμο, μετά το ασικλίκι, μετά τη νίκη της Δεξιάς, μετά το Μακρονήσι. Όλα αυτά τα πράγματα σφράγισαν το κακό μέρος από τη μοίρα του Ρωμιού. Ίσως μας προόριζε η μοίρα για μια καλύτερη ζωή. Για ελευθερία».

Η Ελλάδα ωστόσο έχει κρατήσει όλα αυτά τα χρόνια.

«Κρατήθηκε από το αίμα κάποιων που βρέθηκαν φάτσα με φάτσα με τον θάνατο. Και τι είχαν κάνει; Πρόδωσαν, λέει, την πατρίδα. Μα την πατρίδα την προδίδουν κάθε μέρα. Την πατρίδα σήμερα την προδίδουν οι βουλευτές, την προδίδουν οι άνθρωποι με το πολύ χρήμα, την προδίδουν αυτοί οι αθλιότατοι που διαχειρίστηκαν τα εθνικά ταμεία μας – ο Τσοχατζόπουλος, ας πούμε. Τους ξέρουμε όλοι. Σήμερα ο ελληνικός λαός είναι ταπεινωμένος και με σκυμμένο το κεφάλι. Μονάχα η φοβερή πείνα, η οποία κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας και σε μερικούς μήνες θα μετατρέψει τον φόβο σε πανικό, θα σπρώξει κατά τη γνώμη μου τον λαό στο δρόμο Είδες τι έγινε στην Αγγλία; Θα το κάνουμε κι εμείς, δεν γίνεται αλλιώς. Με τη φωνή «κάτω οι βάρβαροι». Οι χρηματιστές, η κυρία Μέρκελ, αυτοί είναι οι βάρβαροι. Εμείς τι φταίμε; Θα μου πεις, δεν υπάρχει άνθρωπος σε μια δημοκρατική κοινωνία που να μη φταίει. Αλλά αν κάνεις σε καθέναν μια ανάλυση θα δεις ότι δεν φταίμε. Εσύ τι φταις; Εγώ τι φταίω; Υπάρχει αυτή η τρομερή γενίκευση. Όλοι τα φάγαμε. Τι πρόλαβες να φας εσύ ή εγώ; Ο ελληνικός λαός είναι αμέτοχος εκ των πραγμάτων. Όχι μόνο δεν τα έφαγε αλλά δεν είχε και τη δυνατότητα να τα φάει γιατί ζει κάτω από τον ζυγό δημοκρατικών κυβερνήσεων, είτε λέγονται Νέα Δημοκρατία είτε λέγονται ΠαΣοΚ. Οι τρομοκράτες του λαού είναι το κράτος. Ποιος είναι περισσότερο τρομοκράτης σήμερα από τον κ. Παπακωνσταντίνου; Ο φουκαράς που τραβά μια τουφεκιά και σκοτώνει έναν άλλον φουκαρά δεν είναι τρομοκράτης. Είναι παιχνίδι. Οι τρομοκράτες δεν είναι πια κάτι αόριστο. Σήμερα ο τρομοκράτης έχει όνομα, έχει επίθετο, έχει ΑΦΜ. Τα έχει όλα».

Τι κάνει λοιπόν μπροστά στο αδιέξοδο ένας Έλληνας καλλιτέχνης;

«Δεν είναι εύκολο να είσαι Έλληνας αυτή τη στιγμή. Ή πρέπει να αποσυρθείς στο σπίτι σου και απλώς να βλέπεις, σαν παρατηρητής, ή, αν θέλεις να πάρεις μέρος στα πράγματα, θα πρέπει να γίνεις πρόσωπο υπό έλεγχο. Όχι της Αστυνομίας ή της εξουσίας αλλά του γείτονά σου, του αδελφού σου, της Ιστορίας που σε περικυκλώνει. Πρέπει να είσαι συνεχώς υπόλογος. Η δική μου αντίσταση ήταν πάντα να κάνω ταινίες όχι διασκεδαστικές αλλά που ήθελαν να καταθέσουν το άδικο μαρτύριο ενός λαού που προοριζόταν για καλύτερη μοίρα. Και αυτό πρόκειται να κάνω τώρα με την επόμενη ταινία μου, το «Πλοίο».

 

Αυτή είναι σήμερα η Ελλάδα

Με αφορμή τη συνέντευξη αυτή του Νίκου Κούνδουρου και τις θέσεις του για τους (λαθρο)μετανάστες, θεωρούμε πως είναι επίκαιρο και συμπληρώνει τους προβληματισμούς του ο Αντώνης Γρυπαίος (διεθνολόγος – αναλυτής γεωπολιτικής). Αυτή του την «τοποθέτηση» περί «ρατσισμού» μεταφέρουμε όπως δημοσιεύτηκε στον ημερήσιο τύπο…

 

 

ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ

Οι πολιτικοί της Ελλάδος ψήφισαν νόμο εναντίον των Ελλήνων, περί Ρατσισμού και ΑντιΣημιτισμού, υπακούοντας στα αφεντικά τους, δίχως να λάβουν υπ’ όψιν τα κάτωθι.

Ρατσισμός είναι η χώρα σου να δέχεται εισβολή Ισλαμιστών λαθρομεταναστών, ενώ τα άλλα κράτη Ευρώπης-Αμερικής-Ιαπωνίας-Ρωσίας, να μην τους δέχονται.

Ρατσισμός είναι φόροι να πληρώνουν ΜΟΝΟΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και οι ξένοι που ζουν στην Ελλάδα μονίμως, να είναι αφορολόγητοι.

Ρατσισμός είναι οι πολιτικοί σου να ανήκουν σε ΞΕΝΟ ΕΘΝΟΣ…

Ρατσισμός είναι ο εξευτελισμός διεθνώς των Ελλήνων για τα δάνεια, από τα διεθνή ΜΜΕ, ενώ όλα τα κράτη δανείζονται και χρωστάνε.

Ρατσισμός και Αντι-Σημιτισμός είναι να μη δέχεσαι το ολοκαύτωμα των Εβραίων, ενώ το ολοκαύτωμα των Ελλήνων από τους Γερμανούς Ναζί (πάλαι τε και νυν) να το αγνοείς.

Ρατσισμός είναι να πληρώνεις φόρους για σχολεία, νοσοκομεία κλπ., ενώ οι ξένοι και λαθρομετανάστες να τα χαίρονται δωρεάν.

Ρατσισμός είναι να είσαι στην ουρά στα νοσοκομεία, ενώ πληρώνεις φόρους για το σύστημα υγείας, και 300 Πακιστανοί λαθρό που είναι μπροστά σου, να μην πληρώνουν τίποτα.

Ρατσισμός είναι να είσαι στην ουρά του ΟΑΕΔ, και περιμένεις να πάρεις 360 ευρώ, την ώρα που ο μπροστινός λαθρομετανάστης θα πάρει 580…

Ρατσισμός είναι να βάζει ο εχθρός Αλβανός και λαθρομετανάστης το παιδί του δωρεάν σε παιδικό σταθμό, και του Έλληνα να μην το δέχονται…

Ρατσισμός είναι να κάνεις συγκεντρώσεις και διαμαρτυρίες για τους λαθρομετανάστες, ενώ οι Έλληνες αυτοκτονούν…

Ρατσισμός είναι οι «Αλληλέγγυοι» και οι ΜΚΟ που δρουν εις βάρος της Ελλάδος.

Ρατσισμός είναι να αποκαλείς τον Έλληνα ρατσιστή, φασίστα, αντιΣημίτη, και οι ξένοι να σου «τρώνε» τα χρήματα στο χρηματιστήριο, στα ομόλογα, στις τράπεζες.

Αυτά και άλλα πολλά…

Όταν το άδικο γίνεται νόμος, η αντίσταση γίνεται καθήκον!!!