Γιατί μας χαλαρώνουν οι ήχοι της φύσης;

O απαλός ήχος ενός ρυακιού, το θρόισμα των φύλλων λόγω μιας ριπής ανέμου είναι ήχοι που μπορούν να μας βοηθήσουν σημαντικά να χαλαρώσουμε. Γιατί συμβαίνει αυτό; Ερευνητές από τις ιατρικές σχολές των Πανεπιστημίων του Μπράιτον και του Σάσεξ βρήκαν ότι το άκουσμα των «φυσικών ήχων» επιδρά στα συστήματα που ελέγχουν την απόκριση στο άγχος και άλλες λειτουργίες του αυτόνομου νευρικού συστήματος, με σχετικές επιπτώσεις στην ηρεμία του εγκεφάλου.
Ενώ οι φυσικοί ήχοι και το «πράσινο» περιβάλλον έχουν συνδεθεί με την προώθηση της χαλάρωσης και της ευεξία, μέχρι σήμερα δεν είχε υπάρξει καμία επιστημονική απόδειξη του πώς προκαλούνται αυτά τα αποτελέσματα.
«Είμαστε όλοι εξοικειωμένοι με την αίσθηση της χαλάρωσης που επέρχεται με μια βόλτα στην εξοχή. Τώρα έχουμε στοιχεία από τον εγκέφαλο και το σώμα που μας βοηθούν στην κατανόηση αυτού του αποτελέσματος», σημείωσε η επικεφαλής της μελέτης, Δρ Cassandra Gould van Praag.
Σε συνεργασία με τον καλλιτέχνη Mark Ware, η ομάδα της van Praag διεξήγαγε ένα πείραμα όπου οι συμμετέχοντες άκουγαν ήχους που καταγράφονταν από φυσικά και τεχνητά περιβάλλοντα, ενώ η δραστηριότητα του εγκεφάλου τους μετριόταν σε ένα μαγνητικό τομογράφο και η δραστηριότητα του αυτόνομου νευρικού συστήματος παρακολουθείτο μέσω των αλλαγών στον καρδιακό ρυθμό.

Όταν ακούμε ήχους της φύσης, ο εγκέφαλος αναζητά το σημείο της προσοχής έξω από τον χώρο, ενώ όταν οι ήχοι ήταν τεχνητοί μέσα σε αυτόν, όπως συμβαίνει με το άγχος, το μετα-τραυματικό στρες και την κατάθλιψη.

Όταν ακούμε ήχους της φύσης, υπάρχει επίσης μια αύξηση στη δραστηριότητα του νευρικού συστήματος που σχετίζεται με τη χαλάρωση του σώματος. Είναι ενδιαφέρον ότι, το ποσό της μεταβολής της δραστηριότητας του νευρικού συστήματος εξαρτάται από την αρχική κατάσταση των συμμετεχόντων: Τα άτομα που παρουσίαζαν μεγαλύτερο άγχος πριν από την έναρξη του πειράματος εμφάνισαν και τη μεγαλύτερη σωματική χαλάρωση όταν άκουσαν ήχους της φύσης, ενώ όσοι ήταν ήδη χαλαροί, εμφάνισαν μικρότερη επίδραση.

Ο καλλιτέχνης Mark Ware σχολίασε σχετικά: «Η συνεργασία τέχνης και επιστήμης μπορεί να είναι προβληματική, συχνά λόγω έλλειψης κοινής γνώσης και κοινής γλώσσας (μεταξύ επιστημόνων και καλλιτεχνών), η ομάδα του συγεκριμένου πανεπιστημίου ωστόσο, αναζητά ένα κοινό έδαφος. Σχεδιάζουμε ήδη να συνεχίσουμε τη συνεργασία μας και να διευρευνήσουμε πώς τα ευρήματα της συγκεκριμένης μελέτης θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στη δημιουργία και την κατανόηση εγκαταστάσων ή ταινιών, για την υγεία και την ευημερία των ανθρώπων», πρόσθεσε.