Επιλέχτηκε το θέμα «η πάλη δύο κόσμων σε ένα μικρό χωριό» όχι για λόγους ευκολίας ούτε για την προσκόμιση θαυμαστών πληροφοριών στην τράπεζα της ευγενούς Ιστορίας, αφού χιλιάδες αριθμούνται τα κείμενα για την ίδια περίοδο. Επιθυμία του γράφοντος ήταν η προσφορά στους κατοίκους, ηλικιωμένους αυτόπτες μάρτυρες και νεότερους που τα έχουν ακουστά συνήθως μονομερώς, μίας αμφίπλευρης εικόνας ώστε να γνωρίζει το δεξί τι είχε ποιήσει το αριστερό χέρι κι αντιθέτως.

Άλλος λόγος ενασχόλησης ήταν η πλέξη όσων συνέβησαν εκεί στην ευρύτερη ιστορία της περιοχής και γενικότερα στην ελληνική και παγκόσμια ιστορία. Με την ευκρινή αποτύπωση θα πάψει ή, ορθότερα, θα ελαττωθεί η εκμετάλλευση της περιόδου από τις εκάστοτε ορθότητες που κατα

 Αθανάσιος Π. Τζελαπτσής όρθιος μπροστά, Βασίλειος Καρακούλας 2ος από αριστερά καθιστός και  Ζήσης. Θ. Γκουργκούτας 3ος   από αριστερά καθιστός το 1943 στα μεταλλεία Ροδιανής (Ιδιωτική Συλλογή Αθανασίου Τζελαπτσή) στον ιερέα Γεώργιο Μπαξιώτη που πάντρεψε τους γονείς μου στην Κερασιά


Αθανάσιος Π. Τζελαπτσής όρθιος μπροστά, Βασίλειος Καρακούλας 2ος από αριστερά καθιστός και Ζήσης. Θ. Γκουργκούτας 3ος από αριστερά καθιστός το 1943 στα μεταλλεία Ροδιανής (Ιδιωτική Συλλογή Αθανασίου Τζελαπτσή)
στον ιερέα Γεώργιο Μπαξιώτη που πάντρεψε τους γονείς μου στην Κερασιά

στρατηγούν την πραγματικότητα εις όφελος της αναληθείας.

Στόχος δεν είναι να ξύσ(ει) τς πληγές όπως είχε θεωρήσει νεολαίος που παρίστατο σε κουβέντα με πρεσβύτες του χωριού, αλλά να ερμηνεύσει τη δημιουργία και την παραμονή μνημονικών τραυμάτων ώστε στο προσεχές μέλλον, όταν επιχειρηθούν τα ίδια, η γνώση των προτέρων ίσως οδηγήσει σε λήψη καλύτερων αποφάσεων για τους αθώους ανθρώπους.

Πηγές και μέθοδος

Αστείες ακούστηκαν στα αυτιά της πεπειραμένης έρευνας γνώμες σχετικά με την προσεχή συγγραφή της ιστορίας της ολιγάνθρωπης Κερασιάς. Αναρωτήθηκαν ορισμένοι με φωναχτή σκωπτική διάθεση: «τι ιστορία έχει η Κερασιά;». Πιστεύουν πως μόνον οι γενικές ιστορίες έχουν θέση στην Επιστήμη, παραμερίζοντας πως οι γενικότητες ερείδονται συνήθως σε ανασφαλείς βάσεις, αφού δεν συμπεριλαμβάνουν πλήθος μερικών, κι ακόμη πως αρκετά ευρεία σύνολα προκαλούν κρότο με το γριφώδες λεξιλόγιο και τα δυσνόητα νοητικά τους σχήματα παρά με την ουσία.

Αγνοούσαν οι αρνητές των τοπικών ιστοριών πως είχε προηγηθεί εντρύφηση σε αρχειακό υλικό (Ληξιαρχείο, Δημοτολόγιο και Μητρώο Αρρένων κι έγγραφα του Πρωτοδικείου, της Νομαρχίας και της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης κ.α.). Δεν γνώριζαν επίσης πως ο γράφων είχε επισκεφτεί το χωριό πριν από μία δεκαετία για επιτόπια μελέτη του χώρου και για κατάδυση στην άβυσσο του παρελθόντος με συνοδούς ηλικιωμένους που είχαν δράσει οι ίδιοι ή είχαν κουβαλήσει στην πλάτη τους τα πάθη της δεκαετίας του 1940.

Ωστόσο η παλαιά προσέγγιση χρησίμευσε μόνον ως υπόστρωμα για τη νέα έρευνα. Μελετήθηκε επιπρόσθετο υλικό όπως πρωτόκολλα αλληλογραφίας της κοινότητας και του σχολείου και ο απολογισμός της εκκλησιαστικής επιτροπής. Τα πρώτα από το ένα μέρος δήλωναν τι έφθανε εγγράφως από την Αθήνα ή την Κοζάνη κι από το άλλο πώς το προσελάμβανε η κοινότητα, δηλαδή μία εικόνα της τυπικής επικοινωνίας του κέντρου με την περιφέρεια. Έλαβαν παράλληλα χώραν νέες επισκέψεις προς συνάντησιν των παλαιών και προς άγραν νέων πληροφορητών. Προστέθηκαν έτσι στον καμβά οι αφηγήσεις των Ευαγγέλου Παπακώστα, Παναγιώτη Τότσκα, Γεωργίου Βόμβα και Θεοφάνη Γκουργκούτα όπως επίσης κι έτερων, νεότερων στην ηλικία, τα ονόματα των οποίων δεν έχουν καταγραφεί. Φυσικά αναγνώστηκαν κι άλλες πηγές, βοηθήματα και συνεντεύξεις, υπάρχουν στη βιβλιογραφία.

Στη συνέχεια έφθασαν στα χέρια του γράφοντος οι χειρόγραφες σημειώσεις του Αθανασίου Τζελαπτσή δια μέσω του ομωνύμου εγγονού του, οι οποίες κρίθηκε να εκδοθούν αργότερα σχολιασμένες σε ξεχωριστό πόνημα. Στρατιώτης στον κυρίως Εμφύλιο Πόλεμο ο Τζελαπτσής καταγράφει σκηνές της πολεμικής του εμπειρίας στα ανά την Ελλάδα όρη, μια σπάνια αφήγηση που ξεφεύγει από την αποστεωμένη δημόσια, τη φανερά στρατευμένη ή την εντέχνως κατευθυνόμενη ιστορία, την οποία υπηρετούν πλουσιότατα αμειβόμενοι ερευνητές, επαγγελματίες ιστορικοί και ιστοριογράφοι ή απόφοιτοι ποικίλων σχολών και προελεύσεων που προσπαθούν να μιμηθούν τους καλλιεργητές των χωραφιών της Ιστορίας.

Ο τρόπος γραφής είναι μικτός. Στην αρχή ακολουθείται μία θεματική προσέγγιση, έπειτα αντίστοιχη χρονολογική. Δόθηκε αρκετή έκταση στην τριακονταετία που προηγήθηκε της δεκαετίας του 1940, διότι τα ολίγα πράγματα που φαίνονται βασίζονται σε πολλά που είναι κρυμμένα. Αν δεν μελετήσει κανείς τα δεύτερα, δεν μπορεί να καταλάβει ή ερμηνεύσει ορθά τα πρώτα.

Προσφορά

Ενσυνειδήτως ο γράφων δεν επέλεξε τις οδούς καμιάς μανιέρας. Αφέθηκε στη διάθεση των πηγών και χρησιμοποιώντας όσες από αυτές ενέκρινε κατόπιν βασάνων ως αληθείς επιχείρησε να ανασυνθέσει την εικόνα των περασμένων. Εδώ χρειάζεται μία διευκρίνιση: σύμφωνα με τον τίτλο πάλεψαν δύο κόσμοι στην Κερασιά, όπως και σε όλη την ύπαιθρο της Ελλάδας, ο παλαιός κι ο νέος. Τον πρώτο εξέφραζε μια σειρά μακρών δομών και προσώπων, τον δεύτερο νέοι άνθρωποι που επιθυμούσαν να αλλάξουν τις μακρές δομές, κάτι που διατυμπάνιζαν, και τα πρόσωπα του παλαιού, κάτι που υποτονθόριζαν. Ωστόσο ο νέος κόσμος κάτω από ένα επίχρισμα νεοτερισμού μιμούνταν τις δομές του παλαιού. Αυτό που τελικά άλλαζε ήταν το επάνω επίπεδο, ενώ το κάτω παρέμενε ως είχε, αν ορίσουμε ως επάνω επίπεδο τους ολίγους που έδιναν εντολές και κάτω τους πολλούς που έπρεπε να τις εφαρμόζουν. Ενδιαμέσως υπήρχε μία γκρίζα ζώνη μηδιζόντων ή ανθρώπων που άχρωμοι κι άγευστοι άπλωναν τα πανιά τους σε όλους τους καιρούς.

Το αποτέλεσμα της μελέτης βρίσκεται μπροστά στα μάτια σας. Αφιερώνεται στους πολλούς των κάτω, ιδιαίτερα σ’  αυτούς που κόσμησαν την εποχή με το ανάστημα της υπερηφάνειας, της φιλοτιμίας και των υψηλών νοημάτων.

Γαλλοκρατία

Περίπου τρεις μόνον δεκαετίες νωρίτερα από το 1940 είχε απελευθερωθεί από τους Οθωμανούς η Κερασιά. Οι κάτοικοί της που είχαν ζήσει μέσα στο βαθύ τέλμα μίας αλλόφωνης κι αλλόθρησκης εξουσίας πέταξαν μεμιάς το τουρκικό φέσι, δηλωτικό αιώνιας σκλαβιάς, και φόρεσαν σκούφους ως αρχή νέα ζωής. Αν κι ο Αλβανός επιστάτης του χωριού είχε εγκαταλείψει το κονάκι του, η γη δεν ήταν ακόμη δική τους.

Σχεδόν αμέσως (1914) ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά η Κερασιά έστεκε μακριά από οδούς επικοινωνίας για να έχει ενεργή εμπλοκή στα γεγονότα ή άμεσες αφαιμάξεις επιτόπιων πόρων.[1] Πόσα από τα ζώα του χωριού δανείστηκε ο ελληνικός στρατός είναι άγνωστο. Γνωστή όμως είναι η πρώτη απογραφή τους στο Σταθμό Χωροφυλακής Αιανής την 19η Απριλίου 1915 από στρατιωτική επιτροπή.[2] Το γεγονός της καταμέτρησης κάρων και ζώων (κι ανθρώπων) επρόκειτο έκτοτε να επαναληφθεί τουλάχιστον έως και το 1948[3] για φορολογικούς αλλά κι ελέγχου του πληθυσμού σκοπούς.

Όταν ο πόλεμος αγρίεψε, το κράτος επίταξε υπερβολική ποσότητα από τα γεννήματά τους, γι’ αυτό η Νομαρχία Κοζάνης, προφανώς κατόπιν έγκρισης των Γάλλων, αναγκάστηκε να διανείμει μέσω των παρέδρων το καλοκαίρι του 1917 ακόμη και στους αγρότες Κερασιώτες αλεύρι επί πιστώσει με 1,14 δρχ την οκά.[4] Ελάχιστους μήνες αργότερα νέα φορολογία άδειασε μάλλον εντελώς τα αγροτικά αμπάρια: Δεν έχομεν σιτηρά, ουδέ τα προς διατροφήν μας παραπονούνταν οι κάτοικοι του γειτονικού οικισμού Σν Ουπανή τ’ Βάντσα (Άνω Κώμη).[5] Η απαισία φορολογία της δεκάτης,[6] το δέκατου όπως την αποκαλούσαν οι χωρικοί, παρέμενε και την εισέπρατταν όχι Τούρκοι, αλλά Έλληνες ενοικιαστές. Το 1926 τη συλλογή του φόρου της Κερασιάς είχε αναλάβει ο Κοζανίτης Θ. Παπαδέλης,[7] ο οποίος φιλοξενούταν μέχρι να τελειώσει την εργασία του στις οικίες του χωριού.[8]

Τι ακριβώς έπραξαν οι Γάλλοι της Αντάντ, στην ουσία τα πολύχρωμα και πολύγλωσσα αποικιακά τους στρατεύματα, που εμφανίστηκαν στην Κερασιά, προφανώς από το στρατιωτικό φυλάκιο που διατηρούσαν στην Αιανή;[9] Μετέδωσαν όντως αυτοί την «ισπανική γρίπη»[10] που θέρισε τον πληθυσμό της περιοχής, ακόμα και σκληραγωγημένους χωριάτες; Τρείς φαίνεται ήταν οι θανόντες εξαιτίας της στην Κερασιά, αν πιστοποιηθούν ως γονείς τριών ορφανών μαθητών της Α΄ τάξης το 1926.[11] Στην όμορη Αιανή πάντως οι νεκροί ήταν αρκετά περισσότεροι.

Με τη διχογνωμία Φιλελεύθερων –Βασιλικών την ίδια εποχή η Κερασιά με την κτηματική της περιφέρεια ανήκε στην πλάτους 5 χιλιομέτρων ουδετέρα ζώνη, με την οποία οι Γάλλοι διχοτομούσαν τον Τσιαρσιαμπά το Νοέμβριο του 1916. Τα υπόλοιπα ελληνόφωνα χωριά ήταν η Αγία Παρασκευή, η Άνω Κώμη, η Καρυδίτσα, η Κάτω Κώμη, ο Κήπος, το Κοντοβούνι, ο Κρόκος, η Λευκοπηγή, η Μηλέα, ο Πύργος, η Ροδιανή και το Χτένι.[12] Έτσι η πρόσβαση προς Κοζάνη και Αιανή χρειαζόταν γαλλική έγκριση (laissez passer -λεσέ πασέ)[13] κι όποιος δεν την είχε δικαζόταν και φυλακιζόταν στην Κοζάνη, στα υπόγεια του σημερινού Δημοτικού Σχολείου Χαρίσιος Μούκας.[14] Ποινές αντιμετώπιζαν κι όσοι δυστροπούσαν να παραδώσουν ξυλεία στους Γάλλους ή τριφύλλι για τα άλογά τους. Στην Κάτω Κώμη Αναμίτης (Βιετναμέζος) στρατιώτης κατά την είσοδό του στο σχολείο είχε υφαρπάσει το σακούλι μικρού μαθητή, το οποίο εδόθη πίσω μετά από θαρραλέα παρέμβαση της δασκάλας στον επικεφαλής των αλλοφώνων.[15]

Η εμφάνιση των ξένων και η γενική κατάσταση είχαν φοβίσει τον εφημέριο της Κερασιάς Γεώργιο Μπαξιώτη, ο οποίος διέγραψε, ευτυχώς ελαφρά για το μελετητή, το πολυχρόνιο που είχε αποτυπώσει ο μακαρίτης προκάτοχός του παπα-Δημήτριος Παπαδημητρίου[16] υπέρ του βασιλιά Κωνσταντίνου:

Πολυχρόνιον ποιήσαι Κύριος ο Θεός [ημών] τον ευσεβέστατον Βασιλιά ημών Κωνσταντίνον, συν τη ευσεβεστάτω βασιλίσση ημών Σοφία και τω ευσεβεστάτω Διαδόχω αυτής Γεωργίω, Κύριε φύλαττε αυτούς εις πολλά έτη, εις πολλά έτη, εις πολλά έτη[17]

και συμβαδίζοντας με τη νέα κατάσταση σημείωσε το νέο: «Πολυχρόνιον ποιήσαι Κύριος ο Θεός ημών τον ευσεβέστατον Βασιλέα ημών Αλέξανδρον Κύριε φύλαττε αυτούς εις πολλά έτη».[18]

Αν ολόκληρο το πολυχρόνιο είναι:

Πολυχρόνιον ποιήσαι Κύριος ο Θεός ημών τον ευσεβέστατον Βασιλέα ημών Αλέξανδρον συν τω ευσεβεστάτω Βασιλεί πατρί Αυτού Κωνσταντίνω και τη ευσεβεστάτη Βασιλίσση μητρί Αυτού Σοφία, τη ευσεβεστάτη Βασιλίσση προμήτορι Όλγα. Κύριε φύλαττε αυτούς εις πολλά έτη[19]

τότε φαίνεται πως ο ιερέας κατέγραψε μία σύνοψη του νέου, όχι το ολόκληρο. Ο παπα-Γεώργιος όπως ο ίδιος δηλώνει είχε μόλις αναλάβει εφημέριος του χωριού: χειροτονηθείς το έτος 1918 εφημέριος υπό χείρας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. κ. Φωτίου εν Κερασιά τη 25 Ιανουαρίου 1918.[20]

Διαταγή των Γάλλων όσον αφορά στους οικισμούς της ουδέτερης ζώνης ήταν να αντικατασταθώσιν οι αμφίβολοι Δήμαρχοι, αλλά λείπουν τα διαθέσιμα στοιχεία για την Κερασιά,[21] αν δηλαδή αντικαταστάθηκε ο κοινοτάρχης της. Τα στρατεύματα κατοχής δεν εφήρμοσαν εκεί βία, αφού κατά μία μαρτυρία

ήταν καλοί οι Κινέζ(οι) που ήρθαν στου χουργιό, δεν πείραξαν κανέναν.

Εντύπωση προξένησαν οι Αναμίτες, διότι εκτός των παράξενων ματιών τους περιελάμβαναν στη δίαιτά τους φίδια και σκύλους,[22] καθώς το πενόμενο χωριό δεν είχε, ή δεν φανέρωνε, τρόφιμα να τους προσφέρει.

Η εμφάνιση των καθολικών Γάλλων και των αλλόθρησκων αποικιακών στρατευμάτων στην Κερασιά ενίσχυσε το θρησκευτικό αίσθημα. Οι κάτοικοι ανέγειραν νέο ναό στο κέντρο του οικισμού υπέρ των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, όνομα που προέκυψε μετά από άτυπο δημοψήφισμα των κατοίκων προς χάριν ερειπωμένης παλαιότατης ομώνυμης εκκλησίας της θέσης Ούτσινου.[23] Η ανέγερση έλαβε χώραν το 1919 κι όχι το 1920[24] σύμφωνα με ενθύμηση:

Αγορασθέν [το βιβλίο] κατά το έτος 1918 οπότε μετά εν έτος εκτίσθη και η εκκλησία του επ’ ονόματι αρχιστρατήγου Μιχαήλ εν Κερασιά τη 10 Δεκεμβρίου 1922 ο εφημερεύων Πα[πα]Γεώργιος.[25]

Προβλήματα γης

Η απελευθέρωση από τους Τούρκους δεν υλοποίησε άμεσα τα όνειρα των κατοίκων για ένα δικό τους κομμάτι γης. Συνέχισαν κολίγοι σε Αλβανούς γαιοκτήμονες (αναφέρθηκε το όνομα Ισμαήλ)[26] όσο κι εργάτες γης στο ¼ των αγρών που επόπτευε ή είχε αγοράσει ο Βλάχος μάλλον, κάτοικος Κοζάνης και κλητήρας πρωτοδικών[27] Θωμάς Νούλιας από τα Σέρβια,[28] και στο Κουλούκ(ι) τ΄ Γκουβιντάρ, 300 περίπου στρέμματα που ανήκε στον εύπορο Κοζανίτη Ιωάννη Γκοβεντάρο. Οι Τούρκοι κατακτητές πώλησαν τη γη χωρίς να την έχουν πρώτα αγοράσει. Όπως δήλωναν άνδρες της όμορης Κάλιανης: «η ιδιοκτησία των αύτη [των μπέηδων] δεν είναι ιερά, αλλά πασίγνωστον προϊόν αρπαγής».[29]

Όταν οι κολίγοι κινήθηκαν εναντίον των αφεντικών τους, τα ελληνικά δικαστήρια εξέδωσαν αποφάσεις φυλακίσεώς των.[30] Στη διένεξη αναμίχτηκαν τότε πάλι οι Κοζανίτες, πολιτευτές σαν το Στέφανο Παπακωνσταντίνου και δικηγόροι όπως ο Δρ. Χαρίσιος Τανής, οι οποίοι παρότρυναν τους κατοίκους να οργανωθούν σε γεωργικές ενώσεις ακτημόνων καλλιεργητών και παρόμοιες οργανώσεις, ώστε ηνωμένοι όλοι, πειθαρχικοί και φανατικοί[31] να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους.

Τη μαζικότητα των αγροτών επικροτούσε το κράτος για να διασκεδάσει τον ατομισμό του Έλληνα με την εισαγωγή του σε συλλογικότητες, τις οποίες μπορούσε εύκολα να ελέγξει μέσω των συνδικαλιστικών ηγεσιών τους. Οι συνδικαλιστές αγωνίζονταν υπέρ των εκλογέων τους μέχρι να αναβαθμιστούν οι ίδιοι σε στελέχη του κρατικού μηχανισμού και να στρίψουν μετά χωρίς λύπην το φορτωμένο με λόγια σκάφος των 180 μοίρες ακριβώς. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε Δρ. Νομικής σε τοπική εφημερίδα:

ο γεωργικός κόσμος καλείται να …λάβει την χειρουργικήν ψαλλίδα με την οποία να κόψει βαθύτατα τας ρίζας του κακού. Το κακόν δε όπως είναι γνωστόν εις όλους ευρίσκεται εις τους διοικούντας τους συνεταιρισμούς.[32]

Αν και δόθηκε η νομή στους γεωργούς,[33] ο δρόμος για την κυριότητα των κτημάτων αποδείχτηκε μακρύς. Στη γειτονική Κάλιανη τυπικά μόνον οι κολίγοι έγιναν κύριοι της γης το 1920, όταν το τσιφλίκι εκδικάστηκε ως απαλλοτριωτέο και εξετιμήθησαν τα μερίδια,[34] αφού ως το 1928 δεν επληρώθη το αποτίμημα.[35] Πάντοτε γίνονται καταμετρήσεις χωρίς αποτέλεσμα» σχολίαζε το επόμενο έτος δημοσιογράφος της Κοζάνης.[36] Απογοητευμένοι τότε από τις κρατικές συλλογικότητες οι κάτοικοι κινήθηκαν μόνοι τους το 1931 για την αγορά του κτήματος Κερασιάς[37] αρχίζοντας συνεννοήσεις με τους Αλβανούς ιδιοκτήτες,[38] ενώ ανυπόμονοι ή ακτήμονες χωριανοί άνοιγαν χωράφια σε χέρσες δημόσιες γαίες, εργασία που τους έφερε αντιμέτωπους με την κοινοτική εξουσία και τους αγρότες συναδέλφους των ομόρων κοινοτήτων όπως η Αγία Παρασκευή.[39]

Η διάνοιξη νέων γαιών στοίχιζε παλαιόθεν σε δύο στρατόπεδα τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους, πρόβλημα που αντιμετώπιζε και η Κερασιά με τα γειτονικά χωριά.[40] Τα ανοίγματα σε βοσκήσιμες γαίες, χέρσες εκτάσεις ή δάση[41] από κατοίκους όπως ο Θεόδωρος Γκουργκούτας[42] πύκνωσαν τρία χρόνια έπειτα από την κρίση του 1929, αναπόδραστο αποτέλεσμα της οποίας ήταν να χαιρετήσουν διαπαντός τις σπουδές τους μαθητές Δημοτικού όπως ο Γεώργιος Τότσκας ως απαραίτητος για τις δουλειές της οικογένειας.[43] Επί γερμανικής Κατοχής εκχερσώθηκε πάλι δημόσια γη στην Κερασιά, από τους αδελφούς Καρακούλα στη θέση Ισιώματα.[44] Μπροστά στην επιβίωση οι χάρτες της δημόσιας γης ήταν μόνο για τα συρτάρια των βολεμένων.

Μόνον επί δικτατορίας Μεταξά το θέρος του 1940,[45] όταν ο πόλεμος με την Ιταλία ήθελε κυριολεκτικά ένα μικρό μόνο βήμα για να περάσει από τις απειλές στην πραγματικότητα, τελεσφόρησε η υπόθεση των χωραφιών. Ολίγον μετέπειτα οι κάτοικοι της Κερασιάς διεκδίκησαν κι έλαβαν ως δική τους και τη νομή των κτημάτων του ειρηθέντος Νούλια[46] εμβάζοντας στη διαμάχη και χτυπήματα κάτω από τη ζώνη όπως τη μομφή συνεργασίας του με τους Γερμανούς, για την οποία αθωώθηκε μεταπολεμικά.[47] Ούτε ένα μέτρο γης δεν επιθυμούσαν να διακυβεύσουν οι Κερασιώτες, εφόσον από την καλλιέργεια ή τη βόσκησή της κρέμονταν κυριολεκτικά η ζωή τους.

Ως ελεύθεροι γεωργοί έπρεπε να στηριχτούν στις δυνάμεις τους. Η παλαιά αρωγή των γαιοκτημόνων για την επιδιόρθωση των οικιών, τη φροντίδα για εργαλεία κι αροτριώντα ζώα και τη γενική εποπτεία είχε σταματήσει. Όσοι θεωρούσαν πως η οθωμανική φορολόγηση θα έπαυε διαπαντός είχαν γελαστεί. Ένας φόρος πώλησης καυσοξύλων το 1914, τον οποίο εισέπρατταν φορολογικοί υπάλληλοι στη θέση Λούνις της Κοζάνης, κι έτερος για το κρασί[48] διασκόρπισε την ομίχλη της αθωότητας.

Πριν προλάβει να φανεί ολότελα γυμνή η αλήθεια, ότι δηλαδή η ανασφαλής εξουσία ιδρώνει το λαό για να επιζεί αυτή πλουσιοπάροχα, ο άρτι διορισμένος κυβερνητικός αντιπρόσωπος Δυτικής Μακεδονίας, πρώην δικηγόρος στην Κρήτη (ως πρόσφατα στη θέση αυτή όπως και στη Νομαρχία διορίζονταν πάντα ξενοχωρίτες), είχε διατάξει το 1916 να αποστάξουν ατελώς οι παραγωγοί τα στέμφυλα, αλλά μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων θα ρυθμιστεί ο προκείμενος φόρος.[49]

Παρελκυστικά τεχνάσματα προς κέρδος χρόνου με εικονιστικούς νεολογισμούς στενωπούς, τούνελ, καμένες γαίες, αναπτύξεις, αναδιαρθρώσεις και προσαρμογές θα γνώριζε και τον επόμενο αιώνα το χωριό. Όσον αφορά όμως στην αναφερθείσα περίπτωση ποτέ δεν αποκαταστάθηκαν τα πράγματα, αφού ο φόρος απόσταξης συνέχισε αργότερα και ταλανίζει μέχρι σήμερα τους αγρότες.

Οι κάτοικοι έφκιαναν ρακί στο εκκλησιαστικό καζάν(ι) που δηλωνόταν το 1931 στο όνομα του παππα-Γεωργίου Μπαξιώτη[50] φορολογούμενοι βεβαίως ανάλογα με τις οκάδες των στεμφύλων που μετέφεραν προς απόσταξιν.

Οδική απομόνωση

Όπως στην ύστερη οθωμανική περίοδο έτσι και στις αρχές του 20ού αιώνα η Κερασιά απολάμβανε την απομόνωσή της. Η πορεία με τα πόδια ή επάνω σε όνους, μουλάρια κι άλογα προς το διοικητικό κέντρο της περιοχής, την Κοζάνη, ακολουθούσε το μονοπάτι προς το Βορρά. Αφήνοντας το Μιλουτίν(ι), αργότερα Μηλέα, δεξιά περνούσε μέσα από τη Σπούρτα (Καρυδίτσα) και έφθανε στα νότια κράσπεδα της Κοζάνης. Ο σημερινός ασφαλτοστρωμένος δρόμος δεν υπήρχε: ως το 1926 ήταν βατός για αλογόκαρα και βοϊδάμαξες.[51] Τέσσερα χρόνια αργότερα επιδιορθώθηκε ως το Πρωτοχώρι.[52] Όντας στα χαρτιά με το επιβλητικό όνομα 15,[53] ήταν στην πραγματικότητα μία ημιονική οδός εύβατος.[54] Μόνον επί δικτατορίας Μεταξά δόθηκε η δέουσα προσοχή, όταν αναβαθμίστηκαν τα υπολειτουργούντα μεταλλεία χρωμίου γύρω από τον οικισμό Χρώμιο και στη γειτονική του θέση Ξηρουλίβαδου κι άρχισαν να κυκλοφορούν με προσοχή φορτηγά αυτοκίνητα.[55]

Το 1937 διαπλατύνθηκε ο δρόμος μέχρι τη Ροδιανή από τον ιδιοκτήτη των μεταλλείων Αλέξανδρο Αποστολίδη.[56] Πέντε χρόνια αργότερα[57] κατασκευάστηκαν γέφυρες και καλυτέρευσε η οδός από Κερασιά μέχρι Αιανή από την εταιρία Via Nova (Βία Νόβα), το επιτόπιο συνεργείο της οποίας διεύθυνε ο Γερμανός αξιωματικός του τεχνικού τάγματος Χανς Ράιτερ.[58] Στο έργο εργάζονταν οι Κοζανίτες Ν. Λιάνας, Αστ. Βαρδάκας και Δ. Τσιόπτσιας[59] και κάτοικοι της Αιανής. Αν συμμετείχαν αγρότες της Κερασιάς δεν έγινε γνωστό. Το συνεργείο διαλύθηκε τον Ιανουάριο του 1943 από θεσσαλική ομάδα του Ελληνικού Απελευθερωτικού Λαϊκού Στρατού (ΕΛΑΣ) στην οποίο είχαν ενταχθεί και τέσσερις Αιανιώτες.[60] Η αιώνια απομόνωση άρχισε να βασιλεύει.

Την Καλιανόστρατα, το μονοπάτι δηλαδή προς Αιανή βάδιζαν συχνότερα οι κάτοικοι της Κερασιάς στα μέσα της δεκαετίας του 1910, όταν μετά τη φυγή των Τούρκων άνοιξε εκεί δεύτερο κατάστημα εδώδιμων κι αποικιακών ο Αργύριος Σολάκης, ή Τσιαρίδας ή Καλλιανιώτης για να αγοράσουν λάδι, ζάχαρη ή ρύζι.[61] Προς Αιανή οι Κερασιώτες χρειάζονταν το μισό περίπου χρόνο που ξόδευαν μέχρι την Κοζάνη για να αγοράσουν είδη αναγκαία όπως το άλας ή υψηλής ζήτησης αργότερα πετρέλαιο. Αφήνοντας αριστερά τη θέση Ούτσινου κατηφόριζαν τη ΝΔ κλιτύ του λόφου που οι Καλιανιώτες ονόμαζαν Ράχ(η) τ΄ Σκουμέν(η). Περνούσαν μετά το λάκκο ΒΔ του παλαιού ναού της Αγίας Αναστασίας –Αϊ-Νάστασ(η) στην ιδιόλεκτο- όπου υπήρχε ιερό υποχθόνιας θεότητας των αρχαίων Ελλήνων, κι ανηφορίζοντας ανάμεσα από τις θέσεις Ντραγασιά και Παλιουντραγασιά κατηφόριζαν σε μερικά λεπτά στα μοναστηριακά κελιά της Παναγίας Αιανής όπου ευρισκόταν το εν λόγω κατάστημα. Ήταν μία μικρή αλλαγή που ευκόλυνε ως προς το χρόνο τους κατοίκους του μικρού χωριού.

Τα παιδιά και οι γυναίκες της Κερασιάς έμεναν σταθερά στο χωριό, ενώ οι άνδρες έβγαιναν κι εκτός εργαζόμενοι στα μεταλλεία της πόλης Μπάλια της Μικράς Ασίας. Άλλοι είχαν μεταναστεύσει στην Αμερική ή είχαν επιστρατευτεί στον τουρκικό στρατό το 1910. Όταν κατατάχτηκαν το 1916 στην Εθνική Άμυνα, στο στρατόπεδο δηλαδή των οπαδών του Βενιζέλου, εκτός των τόπων που επισκέφτηκαν απέκτησαν και την εμπειρία των αμαξοστοιχιών. Μετά την απελευθέρωση οι νέοι έφευγαν για ένα διάστημα από τον τόπο τους για να εκπληρώσουν τη θητεία τους ως στρατιώτες κι όσοι υπηρετούσαν το 1940 βγήκαν και στο εξωτερικό (στην Αλβανία).

Περισσότερο ταξίδευαν οι άρχοντες του χωριού, για διοικητικά τουλάχιστον θέματα. Στη Θεσσαλονίκη προφανώς είχαν ταξιδέψει οι Χρήστος Τότσκας 52 χρ. και Ιωάννης Γκουργκούτας 35 χρ. το Σεπτέμβριο του 1920, αλλά ερχόμενοι με φορτηγό στην Κοζάνη ληστεύτηκαν στη θέση «Μάρμαρα» της Καστανιάς (συνήθη τόπο ενεδρών) όπως και οι άλλοι συνεπιβάτες τους από δύο νεαρούς με ευζωνικές στολές.[62] Η ληστεία ήταν μόνιμος βραχνάς για τους χωρικούς, αλλά ως επιβάτες λεωφορείου για πρώτη φορά είχαν την εμπειρία οι δύο Κερασιώτες.

Προφανώς πρόλαβαν να πολεμήσουν στο μέτωπο της Μικράς Ασίας οι τότε 19χρονοι Χαράλαμπος Καρακούλας κι Αθανάσιος Τζελαπτσής[63] που κατατάχτηκαν στον ελληνικό στρατό όμως οι ιδέες και οι γνώσεις που κουβάλησαν πίσω δεν κρατήθηκαν στη μνήμη του χωριού. Σε διάφορους ανά την Ελλάδα επίσης τόπους έζησαν οι στρατιώτες του Εθνικού Στρατού κατά τη διάρκεια του κυρίως Εμφυλίου Πολέμου μεταφερόμενοι ενίοτε και με στρατιωτικά φορτηγά.

 

Τυπικό μορφωτικό τοπίο

Υποτυπώδες Σχολείο λειτουργούσε στην Κερασιά κατά τη μακρά περίοδο της Οθωμανοκρατίας. Στα τέλη όμως του 19ου αιώνα έχουμε κανονικό Σχολείο, το 1890 κατά τη μαρτυρία του κατοχικού επιθεωρητή των Δημοτικών Σχολείων όχι όμως κι ακριβούς στην αποτύπωση ορθών ημερομηνιών. Ωστόσο η παλαιότερη εγγραφή σε εκκλησιαστικό βιβλίο του χωριού για ύπαρξη δασκάλου είναι αχρονολόγητη, πιθανόν γύρω στο 1880, αν εκτιμηθεί το ύφος και η γραφή της σειράς των ενθυμήσεων στα τοπικά εκκλησιαστικά βιβλία.[64]

Δάσκαλοι σταλμένοι από τη Μητρόπολη λειτούργησαν μέχρι να φύγουν οι Τούρκοι στο ναό της Αγίας Τριάδας. Με την απελευθέρωση κτίστηκε μέσα στον οικισμό κανονικό Σχολείο με δύο αίθουσες (διδασκαλίας και κατοικίας των δασκάλων) με υλικά που ελήφθησαν από τα προς διάλυσιν κονάκι κι αποθήκη του μπέη.[65] Τότε άρχισαν να προσέρχονται εξ Αθηνών διορισμένοι, όχι όμως από το 1912[66] όπως αναφέρει ο ειρημένος επιθεωρητής αγνοώντας τις τρέχουσες πολεμικές εξελίξεις τις περιόδου σύμφωνα με τις οποίες οι δάσκαλοι στέλνονταν στα μέτωπο, ενώ οι δασκάλες δεν ήταν αρκετές για να αναπληρώσουν τα κενά. Αφού η πρώτη τάξη του Διδασκαλείου Κοζάνης άρχισε τέλη Νοεμβρίου του 1914[67] κι εν όλω ήταν τριτάξιο, οι σπουδαστές του θα έβγαιναν στην παραγωγή το 1917. Όμως το 1916 με την «επανάσταση» των Βενιζελικών το Διδασκαλείο σταμάτησε τη λειτουργία του κι έκτοτε λειτουργούσε «σημειωτόν» ως το 1922 που αποφοίτησαν οι πρώτοι πέντε δάσκαλοι, όλοι γένους θηλυκού.[68]

Φυσικά υπήρχαν κι άλλοι 15χρονοι που είχαν τη δυνατότητα να φοιτήσουν και σε Διδασκαλεία άλλων περιοχών ή να έρθουν ηλικιωμένοι συνήθως δάσκαλοι από άλλες περιοχές. Καθώς όμως οι νέοι ήταν στρατευμένοι, μόνον έφηβες ή μεσήλικες είχαν τη δυνατότητα λόγω φύλλου ή ηλικίας να διδάξουν. Από αυτούς πόσοι προτιμούσαν την Κερασιά; Το επίσημο αρχειακό υλικό περιπαίζει το μελετητή, αφού από το ένα μέρος αναγράφει πως το Νοέμβριο του 1914 διορίστηκε υποδιδάσκαλος ο 68χρονος Κωνσταντίνος Κωτσόπουλος, ίσως πρόσφυγας εξ Ανατολικής Θράκης, ενώ μόνον τον επόμενο χρόνο δηλώνεται ότι λειτούργησε για πρώτη φορά «Κοινόν Δημοτικόν Σχολείον των εν Κερασέα». Ωστόσο το έτος 1915 δεν είναι βέβαιο, διότι αναφέρει πως φοίτησαν 14 «άρρενες», αριθμός ασυμβίβαστος με την ολιγανθρωπία του οικισμού και υπερβολικός αφού τέσσερα έτη αργότερα, όπως επίσης και μετέπειτα, οι άρρενες δεν ξεπερνούσαν τους 8 μαθητές.[69]

Η βέβαιη χρονολογία είναι το 1919 όταν ανέλαβε τους 15 εν συνόλω μαθητές ο επίσης προσωρινός υποδιδάσκαλος «Αχιλλεύς Μαντζαρόπουλλος»[70] (μάλλον Μαντζάρογλου) 35χρονος τουρκόφωνος πρόσφυγας από τα Κιουπλιά (περιοχή Προύσας) της Μικράς Ασίας.[71] Έκτοτε τα μαθήματα διεξάγονταν ανελλιπώς μέχρι και το 1943. Για το επόμενο σχολικό έτος 1943 -1944 τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το Σχολείο έπαψε να λειτουργεί,[72] ίσως επειδή φοβηθείς ο δάσκαλος τους αντάρτες του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) ή τους αντικομμουνιστές αντιπάλους των, γενικά την τεταμένη κατάσταση, εγκατέλειψε το Σχολείο. Επέστρεψε στη θέση του το 1945. Αν παρέμεινε επί Εαμοκρατίας στην εργασία του, δεν έχει εισέτι πιστοποιηθεί.

Κατά τη διάρκεια του Κυρίως Εμφυλίου Πολέμου 1946 -1949 το Σχολείο λειτούργησε κανονικά, αφού στο χωριό παρείχε κάλυψη ο Σταθμός Χωροφυλακής Αιανής και οι οπλισμένοι πολίτες των Μονάδων Αυτασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ) της Κερασιάς και των περίγυρων οικισμών. Ολιγομελής ούσα η Κερασιά δεν μπορούσε να συγκροτήσει διμοιρία, βασικό πυρήνα της οργάνωσης, οπότε οι Μάυδες του χωριού ανήκαν στην Αιανή.[73] Η Κερασιά από τη γέννησή της ήταν δεμένη με την Αιανή μέσω του Ούτσινου!

Οι δάσκαλοι, Πελοποννήσιοι[74] μέχρι το 1929 που έφθασε στην Κερασιά νεαρή Κοζανίτισσα,[75] παρέμεναν στη θέση τους και την Κυριακή συνοδεύοντας υποχρεωτικά τους μαθητές στο ναό.[76] Για να απομακρυνθούν έστω και μία μέρα από την έδρα τους έπρεπε να λάβουν άδεια από τον προϊστάμενό τους, το «ιπιθιουρτή» όπως ονομάζεται στην ιδιόλεκτο ο άλλοτε επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως. Διαφορετικά πλήρωναν πρόστιμο: με 50 δρχ χρεώθηκε η Βασιλική Καλλιανιώτου,[77] επειδή από τα Κοίλα όπου δίδασκε εθεάθη απόγευμα ή Σαββατοκύριακο στην Κοζάνη. Δεν ήταν οι δάσκαλοι μόνοι στην κατηγορία αυτή, αφού και οι ιερείς σύμφωνα με το δεσπότη Σερβίων και Κοζάνης Ιωακείμ τιμωρούνταν όταν έλειπαν «πέραν των 24 ωρών άνευ αδείας της Μητροπόλεως».[78]

Στριμωγμένοι σε ένα από τα δύο δωμάτια του Σχολείου (το άλλο ήταν αίθουσα διδασκαλίας) οι δάσκαλοι είχαν ελάχιστα περιθώρια ευκινησίας. Προφανώς δεν πλήρωναν ενοίκιο κι αυτό ήταν ένα ευτύχημα εμπρός στο γλίσχρο μισθό τους. Είχαν μορφωθεί σε Διδασκαλεία κι έβγαιναν στην παραγωγή από 18 ετών οι δασκάλες κι από τα 20 μετά το στρατιωτικό τους οι δάσκαλοι, όχι σημαντικά μεγαλύτεροι ηλικιακά από τους μαθητές τους, ιδιαίτερα από όσους έμεναν στάσιμοι περισσότερες από μία φορές, κάτι όχι ασυνήθιστο.

Αγνοούμε τη μόρφωση που ελάμβαναν οι διδάσκαλοι της Κερασιάς. Μάλλον όχι υψηλού επιπέδου, αφού οι διδάσκοντες αυτούς δεν διέθεταν εξεζητημένα προσόντα. Βέβαιη πρέπει να θεωρηθεί η σύμπλευση των δασκάλων των πόλεων με τη συνδικαλιστική και κυβερνητική εξουσία, χάριν της οποίας αναρριχούνταν σε αξιώματα, φαινόμενο καθόλου άγνωστο στις μέρες μας. Στην Κερασιά επικρατούσε άλλο καθεστώς: οι νέοι δάσκαλοι κλείνονταν στο κέλυφος της επαρχιακής απομόνωσης και η μόνη τους επιμόρφωση ήταν η συμμετοχή τους σε τοπικά συνέδρια που διοργανώνονταν μέχρι και το Ξυνό Νερό[79] με θέματα εκπαιδευτικά η γενικότερου ενδιαφέροντος όπως π.χ. η φωτογραφική μηχανή.[80]

Τυπικά θα μπορούσαν οι δάσκαλοι να δημιουργήσουν βιβλιοθήκη στο σχολείο τους ώστε να εντρυφούν οι ίδιοι και οι μαθητές τους, όμως η απόσταση από την πόλη όσο και η ένδεια των κατοίκων ήταν παράγοντες αποτρεπτικοί. Μόνο ένα βιβλίο ποιημάτων υπήρχε το 1938 στο Σχολείο της Κερασιάς,[81] διότι το Σχολείο εκτός άλλων πενόταν και σε εξοπλισμό. Δάσκαλος 10 χρόνια νωρίτερα είχε παλέψει και πετύχει ώστε το μισό ποσό που προορίζονταν από τους χωρικούς ως προσφορά στη μονή Ζιδανίου να δοθεί στο Σχολείο για αγορά τριών θρανίων.[82] Ήταν μία πρόοδος από του να κάθονται οι μαθητές στα στασίδια ή κατάχαμα.

Επιθεωρητές

Αποκλειστικός κύριος των δασκάλων ήταν ο επιθεωρητής, φόβος και τρόμος παλαιότερα και για τους μαθητές. Ο απόηχός του έφθασε ως τις μέρες μας και ίσως επανέλθει με άλλες ονομασίες και καταιγιστική πολιτική επικοινωνία. Ακόμη και των γονέων που δεν έστελναν τακτικά τα τέκνα τους στο Σχολείο ήταν τιμωρός ο επιθεωρητής. Η πρώτη καταγραφή μηνύσεων εκ μέρους του άρχεται το Φεβρουάριο του 1922 εναντίον αμελούντων αγροτών της Κερασιάς.[83] Τι έπραττε ο Διδασκαλικός Σύνδεσμος Κοζάνης,[84] στον οποίον εγγράφονταν για προστασία οι δάσκαλοι είναι άγνωστο. Θεωρείται απίθανο πάντως η διοίκησή του να σήκωνε πραγματικό ανάστημα εμπρός στον επιθεωρητή. Πιθανότατα θα έμενε μόνον σε ευλύγιστα λόγια παρηγοριάς και μεταθέσεως της ενεργούς εμπλοκής στο μέλλον ώσπου να επέλθει η λησμονιά.

Οι πληροφορίες που έδιναν οι δάσκαλοι για τους αμελούντες γονείς και διάφορα συμβάντα όπως η προσπάθεια συστάσεως σχολικού κήπου,[85] η οποία έπληττε τις αυλές των γειτονικών του Σχολείου οικιών, αποτελούσαν στοιχεία σύγκρουσης μεταξύ δασκάλων και κατοίκων. Ωστόσο ο δάσκαλος δεν ήταν τόσο άνοος ώστε να μη μετακυλήσει την ευθύνη στους προϊσταμένους του και γενικώς στην απρόσωπη εξουσία. Έπειτα ζώντας στον ίδιο χώρο με τους κατοίκους κι αναλαμβάνοντας εξυπηρετήσεις γραφικής φύσεως (αιτήσεις, αλληλογραφία με την εξουσία, καταγραφές) ο δάσκαλος καλλιεργούσε σχέσεις συμπάθειας. Σε αυτές τις αγαστές σχέσεις μεταξύ γονέων και δασκάλων οφείλεται προφανώς η ανυπαρξία σχολικού κήπου ακόμη κι εν έτει 1938,[86] εποχή που μεσουρανούσε η στρατιωτική διακυβέρνηση Μεταξά.

Επίσης δεν γνωρίζουμε τα μορφωτικά προσόντα των επιθεωρητών. Ήταν μάλλον ολίγον περισσότερα των απλών δασκάλων, αλλά η εμπειρία τους στην Υπηρεσία, όχι αναγκαστικά στην τάξη, ήταν δεδομένη. Συνήθως ξενομερίτες –το 1914 υπηρετούσε ο Κρητικός «Γεώργιος Στεφανάκις»-[87] διέθεταν διπλή εξουσία, διοικητική αφού μοίραζαν βαθμούς ώστε να αυξάνεται ή παραμένει στάσιμος ο μισθός των δασκάλων και καθοδηγητική αφού τους ήλεγχαν για τον τρόπο μεταφοράς της γνώσης στους μαθητές. Ωστόσο ο πνευματικός έλεγχος των δασκάλων ήταν πλημμελής, «μια ώρα το χρόνο ή στα δύο χρόνια μια φορά»[88] χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν τα εφόδια του δασκάλου, το φύλο, το είδος του σχολείου (στην Κερασιά ήταν πάντα μονοθέσιο, πράγμα που σήμαινε 6 τάξεις μαθητών σε ένα στενό χώρο), το ανθρωπογεωγραφικό περιβάλλον κι εν τέλει η ιστορία κάθε τόπου από τις κανονιστικές γραμμές τις οποίας ελάχιστοι είχαν τη δύναμη να αποδράσουν.

Ήταν παλαιών αρχών οι επιθεωρητές. Όσοι από αυτούς δεν ήταν, υιοθετούσαν το απόμακρον για να φαίνονται διαφορετικοί ως συνηθίζεται σε όσους διορίζονται στελέχη της κρατικής μηχανής χωρίς να έχουν ουσιαστικά προσόντα (σπουδές ή έργο). Για να φανούν ανώτεροι των υφισταμένων τους είχαν στη διάθεσή τους διάφορους τρόπους: έθεταν π.χ. στους μαθητές δύσκολες ερωτήσεις ή προβλήματα, την ορθή απάντηση των οποίων οι ίδιοι είχαν απεριόριστο χρόνο να μελετήσουν εκ των προτέρων. Δάσκαλος στο ορεινό χωριό Μεταξά των Καμβουνίων μαρτυρεί πώς ο επιθεωρητής «με επέβαλε να διδάξω τα μαθήματα της Ιστορίας και της Αριθμητικής»[89] στις ανώτερες τάξεις. Πιθανόν σε αυτά μόνον είχε προετοιμαστεί ή γνώριζε καλά.

Το επόμενο έτος 1938 ο ίδιος επιθεωρητής είχε προτείνει στους πέντε μαθητές της ΣΤ΄[90] Δημοτικού της Κερασιάς το εξής πρόβλημα: «με 8064 δραχμάς πόσας οκάδας λάδι ε[.]μπορούμεν ν’ αγοράσωμεν όταν η οκά τιμάται 42,35,». Η δασκάλα, η οποία κατά τον ίδιο πριν υπανδρευθεί είχε κλονίσει «την πίστην των κατοίκων ως προς την ηθικότητά της», είχε την ακριβή απάντηση. Οι μαθητές όμως «δεν εγνώριζον»,[91] δηλαδή δεν καταλάβαιναν το πρόβλημα, απλούστατα διότι τόσο το θέμα όσο και τα ποσά ήταν γι αυτούς ασύλληπτα: με το ποσό αυτό αγόραζε κανείς τόσες εβδομαδιαίες εφημερίδες[92] που αν τις άπλωνε έφτανε μέχρι την Κοζάνη χωρίς να πατήσει επάνω στο χώμα με τα φθαρμένα τσαρούχια του. Επιπλέον 250 κιλά λάδι ο πάμφτωχος μαθητής της Κερασιάς μόνο στα όνειρα είχε τη δυνατότητα να φανταστεί, διότι καθημερινώς έτρωγε λίγδα γουρουνιού αντί για λάδι.

Επρόκειτο για πρόβλημα ασυνάρτητο με τις βιοτικές και πνευματικές ανάγκες των μικρών Κερασιωτών. Ο επιθεωρητής δεν είχε προσέξει τη «φριχτή ένδειά» τους, την οποία περιέγραφε συνάδελφος και διάδοχός του 12 χρόνια αργότερα.[93] Δεν άρμοζε το πρόβλημα στο πεδίο. Ωστόσο αυτό που δικαιολογεί τις πράξεις των επιθεωρητών ήταν ο διπλός τους ρόλος, διοικητικός από το ένα μέρος, πνευματικός από το άλλο. Ο πρώτος ήταν εύκολος, διότι με τη στιβαρή επικάλυψη όσων τους είχαν διορίσει, έπρατταν όπως επιθυμούσαν ή άφηναν τα πράγματα να κυλούν όπως ήταν. Για τον δεύτερο χρειάζονταν γνώσεις που δεν είχαν.

Μπουλτσιουβίκ(οι)

Οι δημόσιοι υπάλληλοι άρχισαν να πληθαίνουν καταιγιστικά από το 1912 και μετά.[94] Ιδίως οι καθηγητές και οι δάσκαλοι ως ιμάντες μεταφοράς της κεντρικής κρατικής ιδεολογίας, αν έτσι οριστεί η θεωρία με την οποία επικαλύπτεται, προωθείται ως αποδεκτή και κοπιάζει να παραμείνει ες αεί στη διαχειριστική αρχή μία κοινότητα ανθρώπων ομοειδών συμφερόντων. Γι αυτό εκτός από το πρόγραμμα σπουδών, τα μαθητικά βιβλία και τις οδηγίες στο Σχολείο της Κερασιάς το 1921, όπως και σε κάθε σχολείο των «παλαιών» και των «Νέων Χωρών», δινόταν βάση και στην οπτική επικοινωνία με την ανάρτηση εικόνων βασιλέων και πρωθυπουργών.

Παράλληλα διαφημίζονταν ως κατάλληλα για ανάγνωση από τους δασκάλους διάφορα πονήματα όπως το «παραληρηματικό»[95] φυλλάδιο Ο θρυλικός Κωνσταντίνος µας εις Κωνσταντινούπολιν.[96] Η πρακτική αυτή έφθασε μέχρι και το 1936 με την ανάρτηση στα σχολεία αλλά και στα γραφεία της εικόνας του Ιωάννη Μεταξά[97] και έως πρότινος συνεχιζόταν σε γραφεία διάφορων εκ τους κράτους διορισμένων.

Σε κάθε αλλαγή κυβέρνησης εμμέσως ή απευθείας οι κρατικών συμφερόντων πνευματικοί άνδρες καλούνταν να επιβεβαιώσουν την αφοσίωσή τους. Την άνοιξη του  1924 καταργήθηκε η μοναρχία[98] οπότε μερικές εβδομάδες αργότερα (την Πρωτομαγιά) ο πατρινός δάσκαλος της Κερασιάς Γεώργιος Παπαδόπουλος οδοιπόρησε ως το Σταθμό Χωροφυλακής Αιανής για να ορκιστεί να διαφυλάσσει το «νέον δημοκρατικόν πολίτευμα».[99] Δεν ήταν η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που οι δημόσιοι υπάλληλοι έπρατταν το ίδιο για άλλα ομοειδή ή αντίθετα κυβερνητικά σχήματα, έτσι δεν ξένισε στους κοινοτικούς υπαλλήλους της Κερασιάς η προτροπή το Νοέμβριο του 1935 για νέο όρκο «εις το νέον πολίτευμα των Ελλήνων»,[100] του κινηματία Γεωργίου Κονδύλη.[101] Επί Μεταξά τα μέλη της Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας (ΕΟΝ) ορκίζονταν εκτός άλλων και «απόλυτον πίστιν… εις …την Εθνικήν, πολιτικήν και κοινωνικήν ιδεολογίαν του Κράτους».[102]

Ο χειρότερος εχθρός των περί την εξουσίαν διατριβόντων ήταν ο κομουνισμός, αν και χρησιμοποιώντας τον κάλυπταν τη δική τους ανικανότητα ή διαφθορά. Οι θεράποντες του ελληνικού κομουνισμού είχαν αρχίσει να ακούγονται από το 1919 (κι ως τα μέσα του 20ου αιώνα)[103] στην πόλη της Κοζάνης ως Μπολσεβίκοι, άνθρωποι δηλαδή που έπαιρναν τα μεγάλα σπίτια των άλλων επειδή είχαν μεγαλύτερες ανάγκες.[104] Εφτά χρόνια αργότερα οι Μπουλτσιουβίκ(οι), όπως τους χαρακτήριζαν οι χωριάτες, αρνητές θεωρητικά του κοινοβουλευτισμού, έστειλαν να στρογγυλοκαθίσει στα έδρανα της Βουλής άνδρας από τη Φλώρινα. Το αποτέλεσμα ήταν να ενταθεί η πολεμική εναντίον τους, παρόλο που διέθεταν 18 μόνο συνδρομητικά μέλη σε όλη τη Δυτική Μακεδονία.[105] Κάλυπταν οι αντίπαλοι του κομουνισμού δικές τους αδυναμίες περισσότερο, παρά τις κερκόπορτες του φόβου τους.

Εξαιτίας της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 1929, η οποία έφθασε αργά στην ελληνική επαρχία, επλήγη και η Κερασιά όταν το Φεβρουάριο του 1931 απαγορεύτηκε η πώληση καυσοξύλων στην Κοζάνη.[106] Ειδικά το έτος αυτό (αλλά και τα επόμενα δύο) ορίζεται μία από τις περιόδους λιτότητας αφού τα έσοδα του ενοριακού ναού από το δίσκο, το παγκάρι και τα ενοικιαζόμενα χωράφια του ναού[107] είχαν πτώση 60% (4769 δραχμές το 1930, 1897 το 1931).[108] Ως κρατικό αντιστάθμισμα της κρίσης ήρθε το επόμενο έτος η κατάργηση της φορολογίας αιγοπροβάτων και χοίρων.[109] Ωστόσο το Μάρτιο του 1932 δυσκολεύτηκαν και οι μεγαλοτσελιγκάδες, αφού ζητούσαν κρατικό αραβόσιτο επί πιστώσει,[110] αλλά και οι γεωργοί που ζητούσαν σπόρο τριφυλλίου[111]γιόντζ(ι) στην ιδιόλεκτο. Ίσως κτηνοτρόφος του Κτενίου[112] είχε ψηφίσει το 1933 στην Αγία Παρασκευή ΚΚΕ, πρώτος και μοναδικός στο ΝΔ Τσιαρτσιαμπά  όπου είχαν στηθεί οι κάλπες[113] καθώς Κερασιά και Μηλέα είχαν εκεί υπαχθεί.[114]

Πιθανότατα η ψήφος εξέφραζε μια πρόσκαιρη διαμαρτυρία ή ερίφθη χάριν αστεϊσμού, αφού στις επόμενες εκλογές του 1935 στην κάλπη δεν βρέθηκε κανένα ψηφοδέλτιο του ΚΚΕ.[115] Οι τρεις άνδρες που ψήφισαν το ίδιο κόμμα το 1936 στο εκλογικό τμήμα της Αιανής[116] όπου υπαγόταν και η Κερασιά[117] προφανώς το είχαν πράξει από αντίδραση, αφού όπως ευθέως ομολογεί προπολεμικός κομουνιστής της πόλης Κοζάνης «από Τσιαρτσιαμπά και Βέντζια δεν είχαμε με κανέναν σύνδεση».[118] Το ίδιο έτος άνδρας έθεσε πυρ στον παλαιό ενοριακό ναό της Αγίας Τριάδος Κερασιάς,[119] δεν ήταν όμως κομουνιστής, αλλά αποκλίνων.[120]

Φοβούμενα τα διορισμένα κρατικά στελέχη και οι ακόλουθοί τους οποιαδήποτε ανατροπή των ευκολιών, ανατροπή που διαφήμιζαν οι κομουνιστές χωρίς όμως να ομιλούν συγκεκριμένα και χωρίς οι βουλευτές του να κατεβούν από «το άρμα της μπουρζουαζίας»,[121] άρχισαν από το 1927 να εφιστούν την προσοχή των πολιτών. «Πάσαν κομμουνιστική κίνησιν θα πατάξει το κράτος αμειλίκτως»[122] ήταν η εντολή του επιθεωρητή προς το Δημοτικό Σχολείο Κερασιάς καθώς οι συγκαιρινές διεργασίες εντός του ΚΚΕ ως προ το σύνθημα «Ενιαία ανεξάρτητος Μακεδονία»[123] φανέρωναν την υποταγή του στην κομουνιστική διεθνή,[124] δηλαδή σε εντολές ξένων δυνάμεων. Ποιο «κατάλληλον πρόσωπον» έστειλε η κοινότητα Κερασιάς με προτροπή του νομάρχη τον Οκτώβριο του 1935 για να παρακολουθήσει οργανωθέν στην Έδεσσα αντικομουνιστικό συνέδριο,[125] είναι άγνωστο.

Από απαγορεύσεις ήταν, είναι και θα είναι γεμάτος ο κόσμος, όχι μόνον εκ μέρους του εκάστοτε κυβερνητικούς, αλλά κι από πνευματικές κάστες ή θρησκευτικές κοινότητες. Η διαταγή χρήσης ξένων γλωσσών εντός της χώρας το Νοέμβριο του επομένου έτους[126] ξένισε μάλλον τους Κερασιώτες, αφού ομιλούσαν μόνον την ελληνική, ορθότερα, μία ιδιόλεκτο της ελληνικής ποικιλμένη με τουρκικές, σλαβικές, βλάχικες κι αλβανικές μεσαιωνικές λέξεις. Αλλά δεν ήταν κάτι πρωτότυπο ή μοναδικό. Μια δεκαετία νωρίτερα, το 1928, και ο τοπικός μητροπολίτης Ιωακείμ Αποστολίδης είχε ορίσει: «τα ξενικά έθιμα βρατίμια [μπρατίμνια στην ιδιόλεκτο της Κερασιάς] απαγορεύονται αυστηρώς».[127] Ποιος όμως διαχώριζε τα έθιμα σε ελληνικά και ξένα ήταν το ζητούμενο, αφού μέχρι σήμερα, παρόλη την κατακλυσμιαία δυνατότητα πληροφόρησης, εκατοντάδες κεφαλές πολιτιστικών ή εκπολιτιστικών ενώσεων και συλλόγων αγνοούν το πραγματικό παρελθόν, π.χ. τι ρούχα φορούσαν οι παππούδες τους. Εννοείται βεβαίως πως οι απαγορεύσεις αυτές ήταν μόνο στα χαρτιά και η εφαρμογή τους εναπόκειτο σε έκαστο όργανο της τάξης.

Στα θεωρητικά κείμενα του ΚΚΕ φράσεις όπως «λικβιταριστική- Μενσεβικική εκτίμηση της σημερινής κατάστασης» ή «τέλειος μικροαστικός-σοσιαλδημοκρατικός προσανατολισμός»[128] ήταν για τους πολλούς ακατανόητες. Ελάχιστοι ήταν μυημένοι στη μυστική γλώσσα του κομμουνισμού και ολίγοι στην αληθή εικόνα του ώστε να τη μεταδώσουν με κατανοητό τρόπο στους κατοίκους. Τα μοναδικά έως σήμερα διαθέσιμα στοιχεία κομουνιστικής κατήχησης στην περιοχή αποδεικνύουν την ατελή πρόληψή της από τους αγρότες.

Ως ελεφτερια /συνιδυσι /εσοτιμια στις εθνικες /εμιονοτιτες[129]

άκουγε και κατέγραφε για την ελευθερία της συνείδησης και την ισοτιμία των εθνικών μειονοτήτων ένας από τους πρώτους αντάρτες του ΕΛΑΣ Αιανής σε διάλεξη προφανώς για το πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας.

Τι καταλάβαινα ο ανωτέρω αντάρτης από όσα είχε καταγράψει δεν θα το μάθουμε ποτέ. Σίγουρα όμως όχι πολλά, αφού φαίνεται πως δεν είχε ξανακούσει ή κρατήσει στη μνήμη του την ορθή εκφορά των λέξεων οπότε ούτε και το σημαινόμενό τους. Παρόμοια φυσικά έλλειψη στιλπνότητας επικαθόταν κι επάνω στην αντίστοιχη εικόνα πρώην αντιπάλων του: φέρελπις διδάσκαλος του οικισμού Κρόκου και στέλεχος της ΕΟΝ χαρακτήριζε εν έτει 1938 το κράτος ως

συγκεκριμένη πραγματοποίησις της οργανωμένης ανθρωπίνης ζωής.[130]

Τα πολλά λόγια είναι ομιχλώδη, οι ολίγες πράξεις όλες καθαρές.

Οι τοπικοί διανοούμενοι που γνώριζαν αμφότερες τις διαστάσεις θεωριών και πράξεων μετρούνταν στους δακτύλους της μίας χειρός. Οι υπόλοιποι επιδίωκαν εύσημα του υφιστάμενου καθεστώτος ή επιθυμούσαν να διακριθούν ως συγγραφείς συμπιλώντας κατά βάσιν (θεωρητικά) έργα άλλων. Η άποψη δημοσιογράφου της Κοζάνης το 1937 πως μόνον ο καλής πίστεως μελετητής επιτρεπόταν να κατέχει κομουνιστικά βιβλία, ενώ οι υπόλοιποι έπρεπε να τα στερηθούν,[131] εικόνιζε μάλλον την ένδεια κατανόησης των τοπικών διανοουμένων, παρά τις πρακτικές αλήθειες που μπορούσαν να περιέχουν τα έντυπα των Μαρξιστών.

ΕΟΝ

Περισσότερη προσοχή στην τόνωση του εθνικού φρονήματος δόθηκε επί Μεταξά τον Οκτώβριο του 1936 με τη δημιουργία της Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας,[132] ιδιαίτερα όταν η ελληνική μεθόριος αποτέλεσε «Επιτηρούμενη Ζώνη»[133] καθώς στα είχαν εμφανιστεί εχθροί. Κρατικοί υπάλληλοι, εκπαιδευτικοί, ανάμεσά τους κι ο δάσκαλος της Κερασιάς ως αρχηγός της ΕΟΝ του οικισμού, έφεδροι αξιωματικοί και ληξίαρχοι επιμορφώθηκαν για 3 εβδομάδες στον «Γ΄ Ελληνικόν Πολιτισμόν» στην ορεινή θέση Μάνα της Ερμακιάς τον Αύγουστο του 1939.[134] Παρακολούθησαν μαθήματα θεωρητικά αλλά και πρακτικά με σωματικές ασκήσεις και σκοποβολή με αεροβόλα φλόμπερ,[135] ως ελαφρύ πρόγευμα για το τι επρόκειτο να ακολουθήσει.

Η Κερασιά, η Ροδιανή, το Χτένι και η Αγία Παρασκευή[136]ανήκαν στον 15ο λόχο  του 4ου τάγματος της 150 φάλαγγας της ΕΟΝ με διοικητή τον Κοζανίτη Χρήστο Παπαδέλη. Η Αιανή και το Χρώμιο είχαν ξεχωριστούς λόχους της ΕΟΝ,[137] ενώ τους ειρημένους τέσσερις κάλυπτε ένας μόνον, γεγονός που δείχνει την μικρή σημασία που έδειχναν οι κάτοικοι της πόλης στους οικισμούς αυτούς. Η Κερασιά ανήκε επίσης γενικώς στην 151 φάλαγγα θηλέων και ειδικώς στην αντίστοιχη 4η τετραρχία της οποίας έδρα ήταν η Αιανή.[138]

Η προκείμενη διοικητική διαίρεση της ΕΟΝ (φάλαγγα για τους άρρενες, τετραρχία για τις θήλεις)[139] όπως επίσης και φωτογραφικό υλικό αξιωματούχων της ΕΟΝ Κοζάνης[140] όπου οι ένστολες γυναίκες είναι λιγότερες από το 1/4 των παρισταμένων δεικνύει τη δυσκολία ένταξης των κοριτσιών σε οργανώσεις, όχι μόνον τότε αλλά κι αργότερα στη νεολαία των ανταρτών του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ.

Η άποψη του Μεταξά στο ημερολόγιό του πως το 1940 «έσπασε ο πάγος των κοριτσιών των χωριών» αναφερόμενη σε επίσκεψή του σε στρατόπεδο φαλαγγιτισσών Αττικοβοιωτίας[141] ίσχυε για την αστική Αττική, αν αρνηθούμε πως η επικοινωνιακή θέρμη των κοριτσιών ήταν κατευθυνόμενη. Η αλήθεια της επαρχίας ήταν διαφορετική όπως δηκτικά γράφει εφημερίδα της Κοζάνης για την πρώτη παρέλαση γυναικών την 11η Οκτωβρίου 1936 στην Κοζάνη, στα πλαίσια της απελευθέρωσης από τους Τούρκους:

Εκείνο που έκαμε τον κόσμο να γελάη ήταν η συμμετοχή εις την παρέλασιν και γυναικών από τα χωριά, με τα λογής, λογής χωριάτικα χρώματα και τα πηδήματα των χωριατισσών.[142]

Το περίπαιγμα δεν περιείχε υποφώσκουσες αντιπολιτευτικές τάσεις. Εξέφραζε τη γενική αντίληψη για τη γυναίκα στη δημόσια ζωή, η οποία στηριζόταν σε παλαιότερες βάσεις: από τα μέσα του 19ου αιώνα π.χ. η θέση της γυναίκας στην Κοζάνη είχε αποδυναμωθεί ακόμα και στις δικαιοπραξίες.[143] Ειδικότερα καθρέφτιζε τη γνώμη των αστών της Κοζάνης για τους χωρικούς, τα «γκουγκούνια» όπως ανεπίσημα ή φανερά τους λοιδορούσαν. Σύμφωνα με τον τοπικό μητροπολίτη Ιωακείμ Αποστολίδη στον κάμπο του Τσιαρτσιαμπά:

κατοικεί ο ραγιάς, ο κολλήγος των μπέηδων, το δερμιρμπάσι των τσιφλικίων. Χαμηλά το βλέμμα, ρυπαρά η αμφίεσις, κνησμός ευχάριστος (;) κάθε λίγο.[144]

Στη διαχειριστική υπηρεσία της ΕΟΝ είχε γραφεί ο Κοζανίτης μεσήλικας Χαρίσιος Γκοβεδάρος,[145] υιός του μεγαλοκτηματία της Κερασιάς, ως επίτιμος μάλλον αφού εκτός των γεωργικών του φροντίδων είχε προταθεί κι ως μέλος στον «Οίκο του Αγρότου» του Δήμου Κοζάνης[146] -αργότερα ο ίδιος χρημάτιζε πρόεδρος της Εθνικής Εταιρίας[147] και επί Κατοχής προσωρινός δήμαρχος. Το τελευταίο αξίωμα ίσως συνετέλεσε ώστε να μην λαμβάνεται πια η δεκάτη από τα κτήματά του στην Κερασιά, με ευτυχή παράπλευρη συνέπεια τη μείωση της φορολογία σιταριού και βρίζας στους κατοίκους του χωριού.[148]

Μετά το δάσκαλο, ο οποίος αντιμετώπιζε την μήνιν του επιθεωρητή αν δεν προσέφερε στην ΕΟΝ (τον Κωνσταντίνο Γκουρομίχο τον είχαν μεταθέσει δυσμενώς από το Σέρβια στο Προσήλιο επειδή δεν διαπνεόταν «υπό φλέγοντος εθνικού ενθουσιασμού),[149] σημαντικό πρόσωπο στην Κερασιά ήταν ο φέρων το αξίωμα του λοχίτη 24χρονος αγρότης Γεώργιος Τότσκας.[150] Τα μέλη της φορούσαν στολές με «γραβάτα» όπως αμυδρώς ενθυμούνται σήμερα οι ηλικιωμένοι.[151] Δεν ακούστηκε καμία παρουσία γυναίκας στην ΕΟΝ του χωριού ούτε και κοριτσιού. Χαρακτηριστικά αναφέρει για το χωριό Γέρμα της Καστοριάς αυτόπτης μάρτυρας: Δεν θυμάμαι εάν στην Ε.Ο.Ν. συμμετείχαν και μαθήτριες.[152]

Επικουρία στην ΕΟΝ προσέφερε η ελίτ κάθε χωριού, η οποία διαφώτιζε τους αγρότες για τα προστατευτικά μέτρα που λάμβανε η «Κυβέρνησις» υπέρ αυτών. Στην επιτροπή αυτή συμμετείχαν στην Κερασιά ο εφημέριος Γεώργιος Μπαξιώτης, ο διορισμένος κοινοτάρχης Χρήστος Τότσκας,[153] που παλαιότερα (1932) είχε χρηματίσει στην ίδια θέση ως αιρετός, κι ο κοινοτικός γραμματέας Νικόλαος Παπαδημητρίου.[154] Εννοείται πως «καλήν ηθικήν και πολιτικήν διαγωγήν» η εξουσία δε ζητούσε μόνον από τους ληξιάρχους,[155] των οποίων οι απολαβές ήταν διπλάσιες του προέδρου, αλλά κι από κάθε διορισμένο αντιπρόσωπό της.

Αν η Λαϊκή Επιτροπή Εορτασμού 4ης Αυγούστου της Κερασιάς[156] έστειλε το καλοκαίρι του 1939 τηλεγράφημα στην Αθήνα για το «επιτελεσθέν γιγάντιον έργον υπέρ Ελληνικού συνόλου»[157] όπως είχαν πράξει οι ομοιόβαθμές της των περίγυρων οικισμών, είναι άγνωστο. Πιθανότατα ναι, αλλά ίσως ο δημοσιογράφος δεν μνημόνευσε το τηλεγράφημα επειδή δεν είχε λάβει αντίτιμο από την πτωχή κοινότητα. Ο τύπος είχε ανάγκη το χρήμα των ιδιωτών, όταν ολιγόστευαν οι κρατικές επιχορηγήσεις.

Τα πολιτικής φύσεως μαθήματα εντός της ΕΟΝ συμπλήρωναν βιβλία που έρχονταν στο Σχολείο της Κερασιάς όπως το «ο κομμουνισμός εν Ελλάδι» που είχε προταθεί προς αγοράν από το Νομάρχη το Νοέμβριο του 1940.[158] Ποιος θα το διάβαζε και ποιος θα το ανέλυε στην Κερασιά ήταν το ζήτημα. Ο Αθανάσιος Καρακούλας, ο πρώτος που λάμβανε τυπική μόρφωση, σπούδαζε τότε στη 2α τάξη του Βαλταδωρείου Γυμνασίου Κοζάνης,[159] ήταν μικρός στην ηλικία για να ερμηνεύσει κείμενα που απευθύνονταν σε μεγάλους. Όχι πάντως ο δάσκαλος της Κερασιάς που είχε επιστρατευτεί, αλλά πιθανόν ο αντικαταστάτης του.

Παρόλο όμως που οι εξ Αθηνών οδηγίες έφταναν στην επαρχία, δεν εφαρμόζονταν αυτούσιες. Ο οικισμός π.χ. είχε καταγραφεί επισήμως το 1918 ως Κερασιά, μετετράπη σε Κερασέα το 1940,[160] αλλά οι κάτοικοι συνέχιζαν να τον αποκαλούσαν Κιρασιά, ενώ οι γραμματείς τον έγραφαν στην επίσημη αλληλογραφία της κοινότητας συνεχώς Κερασιά.

Αλλαγές της σειράς

Αρκετό μελάνι έχει ξοδευτεί από στρατευμένους και μη ιστοριογράφους και επί πολύ χρόνο κτύπησαν τα πλήκτρα τους για να ψέξουν την οικολογική πολιτική της διακυβέρνησης Μεταξά, όσον αφορά στην απαγόρευση της αιγοβοσκής. Τότε η αρχική σκέψη για κατοχή 5 μόνον ζώων σε κάθε οικογένεια μετετράπη τελικά σε απαγόρευση της κλαδονομής «σε ευπαθή σημεία, όπως λεκάνες απορροής χειμάρρων και παραγωγικά δάση. Όμως κάτω από την πίεση των χωρικών η εφαρμογή του νόμου αναστελλόταν συνεχώς».[161] Φυσικά δεν ήταν πρωτότυπο το μέτρο, αφού ήδη από το 1928, όταν ο Μεταξάς δεν ηγούταν της Ελλάδας, είχε απαγορευτεί η βόσκηση πέριξ οικισμών. Στη γειτονική Λευκοπηγή π.χ. με αποτέλεσμα οι ποιμένες να παραχειμάσουν εκείνο το έτος στη Χαλκιδική[162] ή στο δάσος της Τσερβένας Μπουρίνου όπου απαγορευόταν τα κοπάδια και η κοπή δέντρων.[163]

Προφανώς η διαταγή επί Μεταξά να ανοίγουν τα καφενεία μετά την τέλεση της κυριακάτικης θείας λειτουργίας[164] εφαρμόστηκε πιστά και από το μοναδικό καφενειούχο και παντοπώλη της Κερασιάς Δημήτριο Καρακούλα.[165] Η επόμενη όμως για δημιουργία «νεκροταφείων ζώων»[166] μάλλον περιγελάστηκε από πολλούς.

Η δε διαταγή το 1939 για κατασκευή αλωνίων έξω από τον οικισμό[167] προφανώς δεν έπεισε κανέναν αγρότη του οικισμού όπως και των περίγυρων (στην Κοκκινιά Γρεβενών π.χ. το προηγούμενο έτος),[168] διότι παλαιόθεν κάθε σπίτι είχε το δικό του αλώνι στο νουβρό (αυλή) του κι εξάλλου η σημερινή πλατεία της Κερασιάς ήταν έως πρόσφατα τόπος αλωνίσματος.[169] Ο κοινοτάρχης Αιανής Βασίλειος (Κουκόλτς) Φτάκας που προσπάθησε πεισματικά να την εφαρμόσει εφονεύθη με τον «σκούλου» της τσάπας από τον ομοχώριό του Αθανάσιο Χασιώτη.[170]

Τέτοιου είδους προτροπές συμπεριλαμβάνονταν σε έναν καταιγισμό εγγράφων σε σύγκριση με πρότερες εποχές (333 το 1935, 452 το 1936,[171] 473 το 1938)[172] που έφταναν από τη Νομαρχία κι άλλες κρατικές υπηρεσίες στην κοινότητα Κερασιάς. Ο Μεταξάς προσπαθούσε μεταξύ των άλλων να πράξει ό,τι οι άλλοι δεν είχαν επιχειρήσει, να καταργήσει δηλαδή τον ατομικισμό του Έλληνα αγρότη. Δεν έμεινε όμως πολύ χρόνο στην εξουσία για να το πετύχει. Οι αγρότες της Κερασιάς, που δεκάρα δεν έδιναν για την ελευθερία του πνεύματος, απήλαυσαν αυτή την περίοδο μία εντυπωσιακή οικονομική άνοδο όπως αποδεικνύεται από τα έσοδα του ενοριακού τους ναού: από 5516 δραχμές το 1934 είχαν φθάσει στις 8102 το 1938, αύξηση 47%.[173]

Ο Μεταξάς κρατούσε προς χάριν της Ελλάδας μεγάλο καλάθι εμπρός σε εκατομμύρια πολίτες που είχαν ολίγα μόνον κεράσια να δώσουν.

Επί Κατοχής η κατάσταση συμβάδιζε με παρελθοντικές αντίστοιχες. Η αλλαγή που ευαγγελιζόταν η Ελληνική Πολιτεία του 1941 περιορίστηκε στο επίπεδο των κυβερνητικών στελεχών. Για το λαό ήταν στην πραγματικότητα μια αλλαγή βιτρίνας, η οποία συνίστατο σε μετονομασίες οδών και πλατειών που έφεραν το όνομα του πρώην βασιλέως ή της «επαναστάσεως» της 4ης Αυγούστου,[174] κάτι που δεν έθιγε την Κερασιά αφού δεν είχε οδούς, πλατείες και σχετικά μνημεία. Μάλλον μακροβιότερη όλων αποδείχτηκε η οδός της Κοζάνης «Κλέμπερσμπεργε», η οποία, βαφτισθείσα προφανώς από τους Γερμανούς, επέζησε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1945.[175]

Οι άσφαιρες αυτές αλλαγές του κράτους της Κατοχής συμβάδιζαν με τις αντίστοιχες της δικτατορίας του 1936 για τις μετατροπές των «ξενοφώνων ονομάτων» σε ελληνόφωνα,[176] τις προηγούμενες του 1932 που όριζαν για μετονομασίες «συνοικισμών, λόφων, δασών, πλατειών κλπ»[177] και τις πρωιμότερες του 1927 όπου σχεδόν όλοι οι οικισμοί της περιοχής είχαν αποκτήσει νέα ονόματα, από επιτροπές που τα «εξαπέλυσαν εκ των γραφείων»[178] σύμφωνα με σχετικό μυκτηρισμό υψηλόβαθμου μέλους της ελίτ της Κοζάνης, του Δρ. Νομικής Χαρισίου Τανή, ηγέτη αργότερα των εθνικιστών της πόλης Κοζάνης.

Οι ουσιαστικές αλλαγές δηλαδή εστιάζονταν στις θέσεις καλά αμειβόμενων κρατικών στελεχών, ενώ οι ανούσιες στα υπόλοιπα. Αυτά που συγκινούσαν τους χωριάτες ήταν ό,τι καλυτέρευε την καθημερινότητά τους, όπως π.χ. η χορήγηση εκ μέρους της ΑΤΕ δανείων σε κτηνοτρόφους[179] και σπόρων στους αγρότες[180] με ευνοϊκούς όρους στην οποία είχε προχωρήσει ο Μεταξάς μόλις ανέλαβε αποκλειστικά την εξουσία.

Η κατάργηση της ΕΟΝ την άνοιξη του 1941 ουσιαστικά έπληττε ορισμένα μόνον στελέχη της, εκπαιδευτικούς π.χ. που λάμβαναν ξεκουραστικές αποσπάσεις σε γραφεία της οργάνωσης κι όχι τα μέλη της, τα οποία προσπάθησε άδοξα να απορροφήσει η οργάνωση ΕΕΕ,[181] αφού οι ηγέτες της τελευταίας, παρόλη την αφειδή γερμανική υποστήριξη, δεν είχαν την αύρα και τον πατριωτισμό του Μεταξά.

Αν επί βαθιάς Εαμοκρατίας (Νοέμβριος 1944 έως Μάρτιος 1945) εργάστηκε δάσκαλος στην Κερασιά, ο οποίος είχε προηγουμένως υποστεί κατήχηση από τους κομισάριους του ΚΚΕ, δεν είναι γνωστό. Εναγωνίως πάντως ζητούσε κανονικούς δασκάλους το ΕΑΜ το φθινόπωρο του 1944, αλλά καθώς αυτοί δίσταζαν έγινε στροφή προς εύρεσιν αποφοίτων Γυμνασίων ή «διανοούμενων» ως προσωρινών προσφέροντάς τους μόνο «τροφή και κατοικία».[182]

Δεν υπάρχει μαρτυρική καταγραφή για επίσημους δασκάλους στα Σχολεία της περιοχής υπό την σκέπην του ΕΑΜ, εκτός από ελάχιστους σταλμένους αρκετά αργά, το Φεβρουάριο του 1945[183] όταν φάνηκε να πλησιάζει η βαριά σκιά των Αθηνών. Πάντως όχι στην Κερασιά.

Το 1945 επέστρεψε στον τόπο η παλαιά κατάσταση, ορθότερα τα ίδια πρόσωπα που κρατούσαν και πρότερα τα ηνία της εξουσίας. Φυσικά πρόσεχαν τη στάση τους έναντι των κομουνιστών ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), αφού συχνή ήταν και στην Κερασιά η βραδινή παρουσία ολιγομελών ομάδων από το Κέντρο Πληροφοριών (ΚΠ) του ΔΣΕ Μπούρινου. Η ισορροπία αυτή, το βράδυ αντάρτης, τη μέρα φαντάρος, χρειαζόταν εντυπωσιακές ικανότητες από την ελίτ των χωριών. Καθώς δε τα θύματα στους δέλτους της δεν είναι πολλά στο ΝΔ Τσιαρτσιαμπά, η ελίτ τελικά τις είχε. Ή αναγκάστηκε να τις αναπτύξει.

Βουλευτικές εξαρτήσεις

Τον κανόνα που έως σήμερα υφίσταται ακολουθούσαν οι ψηφοφόροι της Κερασιάς: προτιμούσαν το κόμμα που βρισκόταν ήδη στην εξουσία, αυτό που διαφήμιζε ο κομματάρχης (συνήθως ο πρόεδρος) του χωριού ή όποιο φαινόταν πως θα νικούσε. Πρώτη φορά οι άνδρες είχαν ψηφίσει το 1908 επί Τουρκοκρατίας. Τότε με θρησκευτικά κριτήρια είχαν προτιμήσει ως εκλέκτορα κάτοικο από το γειτονικό χωριό Μπαξί (σήμερα Κήπος). Η δεύτερη σχετική εμπειρία έλαβε χώραν το 1915, όταν προφανώς με τη συνεργεία τους εξελέγησαν δύο βουλευτές της «ανεξάρτητης» Μακεδονικής Ομάδος.[184] Πόσο ανεξάρτητος βέβαια μπορούσε να δηλώσει πολιτικός που από το ένα μέρος δεν έπαυε να απολαμβάνει τα ίδια υψηλά σιτηρέσια του κρατικού κορβανά με τους «εξαρτημένους» συναδέλφους του κι από το άλλο χωρίς περίσκεψη μεταπηδούσε στην αντίθετη παράταξη, «σαν μπάκακας όταν στιρέψ(ει) η μπάρα» όπως συνήθιζαν να κρίνουν στην ιδιόλεκτό τους οξύνοες χωρικοί της Κερασιάς, είναι θέμα προς συζήτηση.

Αν γνώριζαν οι χωρικοί πως έκαστος «ανεξάρτητος» βουλευτής βολεύεται από τους εξαρτημένους συναδέλφους του, όταν δεν προτιμηθεί ξανά από τη μάζα των ψηφοφόρων, σε κρατικά αξιώματα δεύτερης επιλογής, αλλά εξίσου καλά αμειβόμενα, σίγουρα θα είχαν διαφορετικά κριτήρια επιλογής. Οι προτιμήσεις φορές εξαρτιόνταν από τι αποφάσιζε αρχηγός της σειριάς, ο κομματάρχης του μαχαλά ή ο ομοχώριός τους που ζήλευαν ή μισούσαν. Οι πολιτικοί και πολιτευτές τους οποίους έβλεπαν, αν τους έβλεπαν, μόνον κάθε προεκλογική περίοδο, έπαιζαν δεύτερους ρόλους.

Φαίνονταν λοιπόν το 1915 κατά κάποιον τρόπο εξωτικοί στους επαρχιώτες οι πολιτευτές του «Βενιζελικού κόμματος»[185] και οι συνάδελφοί τους των «Ανεξάρτητων», δικηγόρος ο ένας, ιατρός ο άλλος. Σ΄ αυτούς ανήκαν ο Ιωάννης Αντωνιάδης από τον Βελβεντό κι ο Νικόλαος Γκιουλέκας από τη Σιάτιστα, αμφότεροι κάτοικοι Κοζάνης, που συνδεόταν όμως μαζί τους η ελίτ του χωριού (όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα). Απίθανο βεβαίως θεωρείται πως οι ειρημένοι πολιτευτές ομίλησαν στην Κερασιά, αφού σε άλογα μάλλον δυσκολεύονταν επί πολλές ώρες να καβαλήσουν, ενώ οι άμαξες προσέγγιζαν το χωριό με δυσκολία.

Ο μόνος που είχε τη δυνατότητα να προσεγγίσει τους χωρικούς χωρίς να φοβηθεί τα τσοπανόσκυλα, τις ψείρες, τους κρότωνες και τη ρυπαρότητα των ενδυμάτων ήταν ο, επίσης δικηγόρος, λογοτέχνης και ιδρυτικό μέλος των Ανεξάρτητων Κοζάνης, Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης,[186] εραστής των περιπάτων με ιδιαίτερη προτίμηση το μοναστήρι της Λαργιούς. Κι αυτός όχι μάλλον για πολύ, παρόλο που εικονιζόμενος στα διηγήματά του ως δεινός πεζοπόρος[187] δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα με τις χιλιομετρικές αποστάσεις.

Στις βουλευτικές εκλογές του 1926 όλοι μάλλον οι 30 εκλογείς της Κερασιάς[188] όπως και τριπλάσιος αριθμός Καλιανιωτών έδωσαν την ψήφο τους στους «Ανεξάρτητους», 40% του εκλογικού τμήματος, αφού με αυτούς συμβάδιζε ο ειρημένος Χαρίσιος Γκοβεδάρος. Όμως την πλειοψηφία στο κέντρο της Αιανής όπου ψήφιζαν έλαβε η Ένωσις Φιλελευθέρων, οι συνεργάτες δηλαδή του Βενιζέλου, με μια μικρή διαφορά 19 ψήφων. Αν Κερασιώτης ήταν ανάμεσα σε όσους επέλεξαν τους Ελευθερόφρονες του Ιωάννη Μεταξά, με τους οποίους πολιτευόταν ο Γεώργιος Βαρβούτης, δεν είναι γνωστό. Οι τελευταίοι είχαν λάβει εκεί το 13% των ψήφων[189] μάλλον από κουρασμένους πρώην στρατιώτες του εκστρατευτικού σώματος στη Μικρά Ασία. Τα τοπικιστικά κριτήρια είχαν παίξει το ρόλο τους.

Το ρεύμα των Φιλελευθέρων και η αίγλη που απολάμβανε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, «Μέγας Κυβερνήτης» σύμφωνα με δημοσιογράφο της Εορδαίας,[190] δεν κόπασαν ούτε στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση του 1928. Στο ίδιο εκλογικό τμήμα της Αιανής οι Βενιζελικοί έλαβαν διπλάσιους σχεδόν ψήφους από τους Λαϊκούς.[191] Πρώτη προτίμηση πάλι άνδρας του τομέα Υγείας, ο φαρμακοποιός Νικόλαος Κουπαρούσος. Κανένας δεν ψήφισε το κρυπτοκομουνιστικό Ενωμένο Μέτωπο Εργατών –Αγροτών (ΕΜΕΑ).[192] Πρόσφυγες δεν ψήφιζαν οι εντόπιοι, τάση που φάνηκε καθαρά στις γερουσιαστικές εκλογές του επόμενου έτους όπου προτίμησαν τον εντόπιο Δημήτριο Χατζόπουλο εκ Βοΐου παρά τον πρόσφυγα Γεώργιο Κακουλίδη.[193]

Η φθορά των Φιλελευθέρων από την πολυετή παραμονή στην εξουσία, η οικονομική κρίση του 1929 και οι νέες ομάδες συμφερόντων που διψούσαν για διαχείριση του χρήματος των πολιτών επηρέασαν βαθιά τους άνδρες της Κερασιάς. Το 1932 (στο εκλογικό μάλλον κέντρο της Αγίας Παρασκευής) επέλεξαν στο πρόσωπο του Κοζανίτη Γεωργίου Πολυζούλη με 60% περίπου το αντίθετο κόμμα, τους Λαϊκούς. Ο πρώην λατρευτός Ελευθέριος Βενιζέλος αποκαλούταν τώρα «ταραξίας», «προδότης» και «υστερικός γέρων».[194] Το 1935 οι κάτοικοι ψήφισαν πάλι τους ίδιους, με το εκπληκτικό ποσοστό 96%, αφού οι αντίπαλοί τους έλειπαν. Η κατάσταση σταθεροποιήθηκε το επόμενο έτος, όταν Φιλελεύθεροι και Λαϊκοί σχεδόν ισοψήφησαν. Είναι άγνωστος ο ένας κομουνιστής ψηφοφόρος και η ελαφρά υπεροχή των Φιλελευθέρων με 14 ψήφους οφειλόταν ίσως στο προσφυγικό χωριό Σπάρτο που εκτελούσε μάλλον τα εκλογικά του δικαιώματα στην Αιανή.[195]

Τα δύο κόμματα εναλλασσόταν σταθερά στην εξουσία με τους πολίτες να ξεχνούν σε ελάχιστο χρόνο τι είχαν προτιμήσει νωρίτερα σφοδρά. Η βραχεία μνήμη ήταν κοινό χαρακτηριστικό όλων, μόνο που οι πολιτικοί ταγοί κέρδιζαν πολλά περισσότερα από τη διαχείρισή της παρά οι ψηφοφόροι τους που ελκύονταν από τη χαρά της αλλαγής και την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

Στη δικτατορία Μεταξά κανείς Κερασιώτης δεν εναντιώθηκε. Ούτε είχε πει κάτι κατά του πραξικοπήματος του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου το 1925, ο οποίος στις προεδρικές εκλογές το επόμενο έτος στο εκλογικό τμήμα της Αιανής όπου ανήκε και η Κερασιά είχε λάβει ως πρόεδρος Δημοκρατίας 124 ψήφους (100%).[196] Επρόκειτο για προφανή νοθεία, αφού σε επίσημο έγγραφο αναφερόταν επί λέξει:

επί εκατόν είκοσι ψηφοφόρων ο κ. Θεόδωρος Πάγκαλος έλαβεν όλους του ψήφους ήτοι 124.[197]

Πώς βγήκαν 124 ψήφοι από 120 ψηφοφόρους είναι μαθηματικώς αδύνατο, πολιτικώς όμως σύνηθες.

Ούτε επί Γαλλικής Κατοχής είναι γνωστή κάποια αντίδραση. Δεν είχε άλλωστε κανένα λόγο ο χωρίτης να αντιδράσει αφού για παγκόσμια δικαιώματα κι ελευθερίες, λέξεις άγνωστες σ’ αυτόν ή ατελώς διατυπωμένες, ομιλούσαν α) όσοι πληρώνονταν κρυφά ή φανερά από ομάδες συμφερόντων β) βουλευτές που δεν λάμβαναν πια τους υψηλότατους μισθούς των καθώς η Βουλή είχε καταργηθεί γ) όσοι είχαν χάσει καλοπληρωμένες κρατικές θέσεις και προνόμια.

Περνούσαν εκατοντάδες πρόσωπα, ποικίλα κόμματα και χείμαρροι λόγων από την Κερασιά, αλλά ο λαός της (αγρότες και ποιμένες) δεν έβλεπε καμία από τις αλλαγές που πομπωδώς ανακοίνωναν οι ανά τους καιρούς πολιτικοί και πολιτευτές μέσω των τοπικών κομματαρχών τους. Ακόμη και τα χωράφια που τούς δόθηκαν ως δικά τους, χωρίς συμβόλαια βέβαια, έρχονταν ενιαυσίως από την πόλη οι δεκατιστές να τα φορολογήσουν. Ποια ήταν η διαφορά αν η ανώτατη ομάδα της αθηναϊκής εξουσίας είχε τα ονόματα Κωνσταντίνος, Ευάγγελος ή Ιωάννης; Ποια η διαφορά στα ονόματα των αιρετών ή διορισμένων κρατικών στελεχών που δήλωναν κατοικία την Κοζάνη (νομάρχες, επιθεωρητές κττ); Ποια η διαφορά εν τέλει αν ο κοινοτάρχης λεγόταν Νικόλαος ή Χρήστος, ο χωροφύλακας Γεώργιος ή Χαράλαμπος, ο αγροφύλακας Θωμάς ή Βασίλειος σε περίπτωση που ο χωρικός δεν υποκλινόταν στα πόδια τους; Σε τι διέφεραν στα μυαλά του ποιμένα και του αγρότη οι δικτατορίες από τον κοινοβουλευτισμό, όταν αυτοί και στα δύο συστήματα διαβιούσαν γυμνητίες εν μέσω χειμώνος;

Απ’ τα πάνω

Μετά το 1936 επόμενες εθνικές εκλογές διενεργήθηκαν από το ΕΑΜ την άνοιξη του 1944 όπως στην Τουρκοκρατία μέσω εκλεκτόρων, αλλά αλλάζοντας το όνομα των τελευταίων σε «αντιπροσώπους των χωρίων».[198] Έγιναν με «κάλπες» και «συμμετοχή των γυναικών και των νέων» κορυβαντιούσαν οι ανταρτικές εφημερίδες που τυπώνονταν στον Πεντάλοφο,[199] αλλά η αλήθεια είναι διαφορετική. Στην Κερασιά κανείς δεν θυμάται κάλπες και γυναίκες ούτε και τη συμμετοχή της Ιωάννας Πατσιούρα,, γυναικαδέλφης πρωτοπόρου αντάρτη της Αιανής και υπεύθυνης μετέπειτα της ΕΤΑ Κερασιάς.[200]

Σύμφωνα με την εσωτερική αλληλογραφία του ΚΚΕ σε 46 χωριά της Κοζάνης οι εκλέκτορες βγήκαν με «τέσσερις μαζικές συσκέψεις», ενώ στα υπόλοιπα 16 χωρίς μαζώξεις οπότε «οι υπεύθυνοι του ΕΑΜ» ορίστηκαν «απ’ τα πάνω».[201] Οπότε οι «εκλεγέντες» εαμικοί εθνοσύμβουλοι είχαν προτιμηθεί «δια βοής» ή από τους επάνω παρά με μυστική ψηφοφορία. Η πολιτική επικοινωνία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ερωτοτροπούσε εδώ με την αναλήθεια.

Σύμφωνα με τον τύπο των ανταρτών επρόκειτο για ελεύθερες εκλογές χωρίς την εποπτεία των αντιπάλων του ΕΑΜ «Κομματάρχη Κοτζάμπαση», «Φορατζή», «Νοματάρχη», «Δανειστή».[202] Τελικός στόχος τους ήταν «το γρήγορο πέρασμα στο Σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής».[203] Ωστόσο μία σύγκριση επιτρέπει τη διαπίστωση πως το ΕΑΜ ακολουθούσε τα μισητά ίχνη των αντιπάλων του χωρίς αναστολές. Διέφεραν μόνον οι τίτλοι: ο κομματάρχης μετετράπη σε «Υπεύθυνος», η Εφορία σε «Επιμελητεία Του Αντάρτη», η Χωροφυλακή σε «Εθνική Πολιτοφυλακή». Όσο για τους «δανειστές» θεωρητικά μόνον το ΕΑΜ τους απευχόταν. Δεν είχε ενδοιασμούς να ζητήσει «δάνειο» από «κυρίους καρχαρίες» όπως αποκαλούσε τους ευκατάστατους η κομουνιστική ηγεσία της Καστοριάς.[204]

Άραγε ποιον προσεκτικό παρατηρητή ξένισε η εγκατάσταση του Λαϊκού Επιτρόπου Κωνσταντίνου Αμοιρίδη[205] σε αίθουσα του Πταισματοδικείου Κοζάνης[206] με υφιστάμενούς του τους ήδη υπάρχοντες γραμματέα και κλητήρα; Γιατί είχε παραμείνει ως είχε η παλαιά εισαγγελία;[207] Όταν το Εθνικόν Εργατοϋπαλληλικόν Κέντρον Κοζάνης μετονομάστηκε επί Εαμοκρατίας σε Κέντρον Εργατών,[208] σε τι ουσιαστικό άλλαξε το ίδρυμα εκτός από τον τίτλο του;

Τα αποτελέσματα των εαμικών «βουλευτικών» εκλογών του Τσιαρτσιαμπά συγκεντρώθηκαν στον οικισμό Παλαιοχώρι Βεντζίων. Εκεί προφανώς πήγε, αν πήγε, με τις προτιμήσεις των Κερασιωτών ανά χείρας ο ποιμήν Ευάγγελος Τζελαπτσής. Έχει ήδη ειπωθεί πως τις εκλογές αυτές ουδείς άνδρας, νέος ή γυναίκα θυμάται στην Κερασιά. Γραμμένες προφανώς με μολύβι, ήταν μάλλον γενικοί αριθμοί κι ολίγα ονόματα. Θα ξεθώριασαν μέχρι να φτάσουν στα Βέντζια, αν πράγματι είχαν γραφεί.

Στην περίπτωση της πόλης Κοζάνης το επαρχιακό συμβούλιο, η διοικητική επιτροπή της πόλης, οι λαϊκοί δικαστές και οι σχολικές επιτροπές είχαν ήδη οριστεί από την περιφερειακή επιτροπή του ΚΚΕ σχεδόν δύο μήνες πριν εγκαταλείψουν την περιοχή οι Γερμανοί,[209] εννοείται χωρίς να ρωτηθούν οι πολίτες. Στην Εορδαία τα πράγματα ήταν διαφανέστερα ως προς τη μέθοδο: «βγάλαμε προσορινές επιτροπές Λαϊκής αυτοδιοίκησης ενωήτε δια βοής» αποφαινόταν ο ολιγογράμματος ηγέτης της Περιφερειακής Επιτροπής Πτολεμαΐδας του ΚΚΕ.[210]

«Αντιπρόσωπος» στο «Εθνικό» Συμβούλιο του «διεθνιστικού» ΕΑΜ «εξελέγη» στην ύπαιθρο του Τσιαρτσιαμπά ο 46χρονος έφεδρος λοχαγός,[211] δικηγόρος και πρώην πολιτευτής της Δημοκρατικής Ενώσεως το 1928[212] και του Αγροτοεργατικού Κόμματος το 1930[213] Κωνσταντίνος Πανταζόπουλος.[214] Κατά πόσον οι χωρικοί γνώριζαν πως ο ανωτέρω είχε διοριστεί το 1937 μέλος του γνωμοδοτικού συμβουλίου του μεταξικού νομάρχη Κοζάνης για να εκφέρουν αντιρρήσεις στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, αν διέθεταν απροσμέτρητο θάρρος, είναι άγνωστο.[215] Εννοείται πως στην πόλη της Κοζάνης δεν στήθηκαν κάλπες ούτε έγιναν εκλογικές συσκέψεις «δια βοής», παρά μόνον συνελέγησαν υπογραφές προσωπικοτήτων.[216] Πόσων και ποιων είναι άγνωστο.

 

Εκλογές 1946

Τελευταίες βουλευτικές εκλογές για το πρώτο μισό του 20ού αιώνα έλαβαν χώραν το 1946. Στην Κερασιά ομίλησαν τότε «υπέρ του βασιλέως» πολιτευτές της Δεξιάς κι ακόλουθοί τους με προεξάρχοντα τον πολύπειρο υποψήφιο -και πάλι- δικηγόρο Ιωάννη Αντωνιάδη. Στους λόγους τους, αφού ως αστοί αγνοούσαν ή είχαν από καιρό λησμονήσει την ένδεια του αγρότη, σίγουρα περίσσευαν κορώνες για τη χρεία της απολύτου επικρατήσεως «των πιστών τηρητών της λαϊκής θελήσεως» καταφερόμενοι επιπροσθέτως εναντίον «των σφαγέων, των δολοφόνων των ξεκοιλιαστών»,[217] του έθνους. Επρόκειτο για λόγια χωρίς αντίκρισμα, αφού το ΚΚΕ, βλέποντας πως είχε εξανεμιστεί πλήρως η δια των όπλων επισυμβούσα κατοχική του αίγλη, δεν θα ελάμβανε τελικά μέρος στην ειρηνική κοινοβουλευτική αναμέτρηση.

Φίλοι μου και συνάδελφοι /όλοι ας εργασθούμε /είναι καιρός τα κόμματα /να παραμερισθούνε

απήγγειλε αξιωματικός -ποιητής σε στρατιώτες του στην Κοζάνη λίγο πριν από τις εκλογές του 1946[218] λησμονώντας πως χωρίς κομματική υπακοή κανένα πλουσιοπάροχα αμειβόμενο αξίωμα και ουδεμία θέση με ευλύγιστο ή και καθόλου εργασιακό ωράριο δεν υπήρχε περίπτωση να δοθεί.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που δημοσίευσε το ΕΑΜ/ΚΚΕ για το εκλογικό κέντρο της Αιανής όπου υπαγόταν και η Κερασιά ψήφισαν 342 άνδρες, ενώ απείχαν 487.[219] Το εξόφθαλμο αυτό αποτέλεσμα προορίζονταν φυσικά προς κατανάλωσιν για τους εν Εσπερία, τους εν τη Ανατολή ή τα εντός της χώρας διατρίβοντα μέλη του. Για τα επαναστατικά του στελέχη, παρά για τον ορθό λόγο. Γενικώς για τους ρομαντικούς, τους ιδεολόγους ή τους άδολους ωτακουστές, αφού η παρατηρηθείσα ανυπαρξία «ατμόσφαιρας ασφαλείας»[220] δεν αφορούσε στην Κερασιά.

Πράγματι το πεδινό χωριό απείχε λιγότερο από μία ώρα από το Σταθμό Χωροφυλακής της Αιανής, το ίδιο κι από τους ένοπλους αντικομουνιστές της όμορης Κάτω Κώμης, οι οποίοι είχαν συγγενείς στην Κερασιά.[221] Οπότε ο μοναδικός ίσως Κερασιώτης που θα είχε τη διάθεση να αποφύγει την ψηφοφορία ήταν ο υπεύθυνος του ΕΑΜ/ΚΚΕ, αφού ο αριθμός των αντιπάλων της Δεξιάς στην πολυάριθμη γειτονική Αιανή μόλις ξεπερνούσε τη δεκάδα.[222] Το κράτος διέθετε άμεσα τη δυνατότητα να αναζητήσει «απέσχοντες εκλογείς»[223] οπότε ελάχιστοι είχαν τη δύναμη να τις αρνηθούν.

 

Η τοπική εξουσία

Κάτω από κάθε πολιτική παράταξη κρυβόταν μία ιεραρχική δομή. Ακόμη και στον μικρότερο οικισμό την κορυφή της πυραμιδικής δομής αποτελούσε στο έμπα του 20ού αιώνα ο μουχτάρης με τους αζάδες (συμβούλους) του, την έγκριση των οποίων επικύρωναν οι κυρίαρχοι Τούρκοι. Βουλευτικές εκλογές με ψηφοδέλτιο έγιναν για πρώτη φορά το 1914 χωρίς όμως συμμετοχή εφήβων και γυναικών. Είναι άγνωστη η επιτροπή των Κερασιωτών που άρχισαν να συντάσσουν γυναικείους εκλογικούς καταλόγους το 1931,[224] πράξη που έμεινε χωρίς άμεσο αντίκρισμα αφού οι γυναίκες ψήφισαν στις κοινοτικές εκλογές τρία χρόνια μετά. Έπρεπε τότε να είναι άνω των 30 ετών και με απολυτήριο τουλάχιστον του Δημοτικού.[225] Όμως ο όρος της μόρφωσης απαγόρευε τις γυναίκες της Κερασιάς και του συνοικισμού Κτενίου –ο έτερος Μιλουτίν(ι), σήμερα Μηλέα είχε δύο μέρες πριν από τις εκλογές αυτές προσαρτηθεί στην Άνω Κώμη οπότε μάλλον δεν συμπεριλαμβανόταν.[226]

Επί γερμανικής Κατοχής κι Εαμοκρατίας σε εκλογές κοινοταρχών κι επάρχων[227] φυσικά και δεν έλαβαν μέρος οι γυναίκες της Κερασιάς, διότι δεν είχαν ακόμη χειραφετηθεί. Στο χωριό έγιναν πάντως επί Εαμοκρατίας προφορικές εκλογές για ανάδειξη εαμικού προέδρου με επταμελές κατά τον τύπο του ΕΑΜ συμβούλιο.[228] Μεταξύ ανδρών βεβαίως. Σ’  αυτές τις περισσότερες ψήφους είχε λάβει ο παντοπώλης Δημήτριος Καρακούλας, ενώ ο υπεύθυνος του ΕΑΜ Ηλίας Καλλίνης μειοψήφησε. Ωστόσο ο πρώτος με τη συμβουλή του ζωέμπορου αδελφού του επέλεξε να αναλάβει «υπεύθυνος του κόμματος», δηλαδή του ΚΚΕ, παρά πρόεδρος της κοινότητας[229] με τη σκέψη πως ο κομματικός αντιπρόσωπος είχε στην ουσία μεγαλύτερη δύναμη από τον εαμικό κοινοτάρχη.

Από τις πρώτες κοινοτικές εκλογές του 1923 έως τις τελευταίες του 1934 οι πρόεδροι των μικρών οικισμών άλλαζαν κάθε χρόνο. Έπειτα η θητεία έγινε διετής[230] σβήνοντας την αναλαμπή άμεσης δημοκρατίας και δηλώνοντας το συγκεντρωτικόν του συστήματος. Οπότε ο Χτενιώτης Γεώργιος Φλιάγκας που ανέλαβε το 1935 νέος πρόεδρος της κοινότητας Κερασιάς –Χτενίου,[231] κάτι φυσικό αφού το Κτένι υπερτερούσε της Κερασιάς κατά 71 άτομα,[232] παρέμεινε στην εξουσία δύο έτη και μάλλον έτερα δύο ο διάδοχός του, πάλι από το Χτένι Νικόλαος Βλάχος.[233] Αν επί Κατοχής αλλάχτηκε ο κοινοτάρχης, γεγονός όχι σπάνιο στην περιοχή,[234] δεν έγινε γνωστό.

Ήταν απόλυτος μονάρχης έκαστος αιρετός ή διορισμένος κοινοτάρχης (μαζί με τον αντιπρόεδρο, τους κοινοτικούς συμβούλους και τον ληξίαρχο), ωστόσο για ένα μόνο έτος, αφού τα επόμενα αναλάμβανε άλλος. Ηγούταν ενός σώματος, το οποίο τον εξέλεγε δημοκρατικά, αλλά δεν ήταν άμεσα υπόλογος σ΄ αυτό. Όντας έμμισθος υπάλληλος ορκιζόταν πίστη στην πατρίδα και το βασιλιά και υπακοή στο σύνταγμα, στους νόμους και στα ψηφίσματα του κράτους.[235] Πρακτικά σήμαινε πως βρισκόταν κάτω από την άμεση εξουσία του νομάρχη κι έπειτα του Γενικού Διοικητή Δυτικής Μακεδονίας.

Όταν στις αρχές της διακυβέρνησης Μεταξά οι πρόεδροι των κοινοτήτων άρχισαν να επικοινωνούν κατευθείαν με το Γενικό Διοικητή Μακεδονίας παρακάμπτοντας τους ειρημένους δύο άμεσους προϊσταμένους, ήρθε η διαταγή υπακοής στον πρότερο ιεραρχικό δρόμο.[236] Οπότε οι εξαγγελίες για άμεση κοπή των κεφαλών της γραφειοκρατίας και της ελεύθερης επικοινωνίας του πολίτη με την εξουσία χωρίς μεσάζοντες, συνήθεις μέχρι σήμερα, έπεσαν στο κενό. Επί Κατοχής ο πρόεδρος έδινε όρκο «ενώπιον του θεού και της πατρίδος»,[237] έννοιες που το ποίμνιο μπορούσε να ερμηνεύσει ποικίλλως, αλλά όταν έρχονταν στο χωριό αντάρτες, οι δοθείσες υποσχέσεις παραμέριζαν, αφού ούτε ο θεός ούτε η πατρίδα βαστούσαν όπλο.

Η πρακτική πλευρά του ζητήματος ήταν σπουδαιότερη: ο πρόεδρος έστελνε στο νομάρχη τα στρέμματα που διέθεταν ή είχαν εκχερσώσει προς καλλιέργειαν οι κάτοικοι,[238] την παραγωγή       που μάζεψαν[239] και τον αριθμό των ζώων που κατείχαν, πράγμα που σήμαινε πως αν δήλωνε λιγότερα, ασθενέστερη θα ήταν η καυτή ανάσα της Εφορίας στο σβέρκο των ομοχωρίων του. Ακόμη ο πρόεδρος είχε τον πρώτο λόγο στην κατασκευή κρηνών, στη θέση Παλιόμυλους π.χ.[240] ή σε άλλες όπου έβοσκαν οι κτηνοτρόφοι. Ακόμη οι κοινοτάρχες προέβαιναν σε διορθώσεις αριθμών φορολογήσιμων ζώων[241] εξετάζοντας παράλληλα μειώσεις φόρων βοσκής (τοπιάτικα)[242] όπως στην περίπτωση του Αργυρίου Μεντελή από το Χτένι.[243]

Στο χέρι του προέδρου επίσης ήταν να απαλλάξει από το άγος της αναγκαστικής προσωπικής εργασίας, για καταδίωξη π.χ. τρωκτικών κι εντόμων ιδιαίτερα στις αρχές του 1932 που ο νομός Κοζάνης είχε κηρυχτεί ακριδόπληκτος και αρουραιόπληκτος[244] -στην Κερασιά οι αρουραίοι είχαν εμφανιστεί το προηγούμενο έτος.[245] Ακόμη να απαλύνει ή απαλλάξει εντελώς τους εκλογείς του διορίζοντάς τους μέλη της τοπικής σχετικής επιτροπής.[246] Επιπροσθέτως να εκδώσει πιστοποιητικά απορίας όπως στην περίπτωση της Ουρανίας Καρακούλα,[247] με τα οποία οι κάτοχοί των ελάμβαναν προπολεμικά βοηθήματα[248] ή δωρεάν μεταπολεμικές παροχές από την αμερικανής εμπνεύσεως οργάνωση βοήθειας Ούνρα (United Nations Relief and Rehabilitation Administration).[249]

Η δυνατότητα του προέδρου να εκδίδει πιστοποιητικά «για την εν γένει κατά το παρελθόν συμπεριφοράν» ομοχωρίων του όπως στην περίπτωση του Γεωργίου Μαλιάγκα από το συνοικισμό Μηλέα το 1931[250] ή επί κυρίως Εμφυλίου Πολέμου αντίστοιχα για τη νομιμοφροσύνη των κατοίκων (περιπτώσεις κατοίκων Κτενίου Νικολάου Τσιάρα, Πάσχου Βλάχου και Παρασκευά Τσιμτσιλιάκου)[251] και η υποχρέωση των κοινοτικών αρχόντων «δια την καταδίωξιν της λαθρεμπορίας»[252] του καπνού ενέπλεκε τη διοίκηση του χωριού στη δημόσια τάξη. Γι αυτό και οι πρόεδρος με τους γραμματείς ομού των κοινοτήτων απαγορεύονταν να ασκούν τα επαγγέλματα του καπνεμπόρου και του καπνομεσίτη.[253]

Υπήρχαν όμως διέξοδοι για τη συμπλήρωση του εισοδήματός των χωρικών όπου δεν είχε λόγο ο πρόεδρος, αλλά το αντίτιμο δεν ήταν σοβαρό. Μπορούσαν π.χ. να αγρεύσουν ζώσες νυφίτσες για να τις πωλήσουν με 500 δρχ. εκάστη στο Γεωργικό Γραφείο Κοζάνης[254] ή πόδια βλαβερών κάποτε πτηνών όπως οι «κολεοί» ή καλιακούδες[255] (καρακάξις στην τοπική ιδιόλεκτο). Καυσόξυλα στην πόλη της Κοζάνης και δέρματα στην ανθούσα έως την κρίση του 1929 βυρσοδεψία.[256] Φοράδες που δεν γεννούσαν στα σεπτεμβριανά αλογοπάζαρα Βεντζίων,[257] Σερβίων και Τσοτυλίου, στα οποία δεν παρίσταντο οι ίδιοι αλλά ζωέμποροι σαν τον ομοχώριό τους Ιωάννη Καρακούλα.[258]

Ακόμη να μεταναστεύσουν στη Θεσσαλία ή την πεδιάδα την Ημαθίας ως εποχιακοί θεριστές.[259] Τέλος να πουλήσουν μόνοι τους βόδια στις πόλεις όπως είχε πράξει ο εφημέριος του χωριού το 1938 στην Κοζάνη[260] -τα βόδια περίσσευαν μερικές φορές, διότι δεν είχαν τη δυνατότητα να τα ταΐσουν το χειμώνα.

Το 1945 ανακοινώθηκε η απόλυση δημοτικών και κοινοτικών αρχόντων που είχαν διοριστεί επί Κατοχής.[261] Στα τέλη του επομένου έτους πύκνωσε ο κυρίως Εμφύλιος Πόλεμος και το αιρετόν προέδρων και κοινοτικών συμβουλίων καταργήθηκε, κάτι όχι άγνωστο στους κατοίκους της Κερασιάς, αφού τα ίδια συνέβαιναν και παλαιότερα όταν π.χ. στην Κοζάνη αρχάς 1916 είχαν διοριστεί με βασιλικό διάταγμα ως δημοτικοί σύμβουλοι ο αναφερθείς Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης κι ο Αστέριος Δεληβάνης.[262] Ο τελευταίος ολίγους μήνες αργότερα χρημάτισε δήμαρχος της πόλης κατά τη διάρκεια της βενιζελικής επανάστασης,[263] περίοδο που με άνωθεν εντολές αλλάχτηκε ολόκληρο το 14μελές δημοτικό συμβούλιο.[264]

Άμεσος άρχοντας των προέδρων ήταν το 1946 σύμφωνα με τους νόμους ο Γενικός Διοικητής Βορείου Ελλάδος, ο οποίος διόριζε ή αντικαθιστούσε την ηγεσία των χωριών,[265] πρακτική όχι άγνωστη, αφού είχε εφαρμοστεί σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα (στο Λιβαδερό, στη Σκήτη κ.α.) από το Γενικό Διοικητή Δυτικής Μακεδονίας.[266]

Η Κερασιά εκδικούταν κατά κάποιον τρόπο το πολυπληθέστερο Χτένι τον Αύγουστο του 1949, έτος όπου το διορισμένο πενταμελές κοινοτικό συμβούλιο του χωριού αποτέλεσαν τρεις Κερασιώτες, οι Κωνσταντίνος Παπακώστας, Ιωάννης Γκουργκούτας και Βασίλειος Καρακούλας.[267] Το φραστικό πυροτέχνημα για τον «κυρίαρχο λαό», ο οποίος ποτέ δεν ήταν κυρίαρχος, καταργήθηκε τόσο στην πράξη όσο και στα χαρτιά.

Αυτό που εξυψώνει τους αναφερόμενους κοινοτάρχες (και τους εφημερίους) ήταν η απουσία ιδιαίτερου τρόπου ζωής, στον οποίο συντελούσαν και οι χαμηλές τους αμοιβές από το κράτος, σχεδόν το ½ του μισθού του ληξιάρχου, ουδεμία σχέση με τις σημερινές παχυλές απολαβές. Ήταν εξέχον μέλος μεν της τοπικής κοινωνίας, αλλά μέρος της. Ανέπνεαν οι κοινοτάρχες τον ίδιο αέρα με το ποίμνιό τους, είχαν τα ίδια ενδιαφέροντα και όχι διαφορετικά προβλήματα.

Το όμοιον τοπικής ελίτ κι εξουσίας δεικνύεται σε περιστατικό αναφορικά με τον πρόεδρο της Κερασιάς Χρήστο Τότσκα. Ενδεδυμένος πτωχικά μια βροχερή ημέρα μπήκε στο γραφείο του νομάρχη Κοζάνης αφήνοντας λασπερά ίχνη με τα γουρνοτσάρουχά του. Ο νομάρχης θεωρώντας τον επαίτη έβαλε το χέρι στην τσέπη να του εγχειρίσει φιλοδώρημα. Τότε ο κοινοτάρχης αντέδρασε: «Είμι ου πρόιδρους τς Κιρασιάς, μι φώναξις ιδώ για δλειες»![268]

Αγροφύλακες

Επίσημοι αρωγοί εκάστου κοινοτάρχη ήταν οι ένστολοι του χωριού χωροφύλακες κι αγροφύλακες, τα μάτια του οικισμού οι πρώτοι, τα αντίστοιχα της υπαίθρου οι επόμενοι. Χωροφυλακή δεν υπήρχε στο χωριό μέχρι το 1943 που ορίστηκε, μάλλον και στην Κερασιά, τριμελής επιτροπή «λαϊκής ασφάλειας».[269] Αν σ’  αυτή συμμετείχαν πρώην μέλη της ΕΟΝ Κερασιάς, κάτι απαγορευτικό σύμφωνα με τους κανόνες του ΕΑΜ,[270] δεν έγινε γνωστό. Στα μέλη της ΕΕΕ, που παρήλασαν την 25η Μαρτίου 1934 στην Κοζάνη[271] προφανώς δεν ανήκε κανείς Κερασιώτης, αφού η ΕΕΕ ήταν οργάνωση αποκλειστικώς των πόλεων.

Τους φύλακες αγρών, κήπων κι αμπέλων όπως ο 47χρονος Ιωάννης Γκουργκούτας το 1931[272] τους αποκαλούσαν ντραγάτις. Όσοι πρόσεχαν την περιουσία μεγάλων[273] ή μικρότερων κτηματιών[274] διορίζονταν (πάλι ως ιδιώτες) από την κοινότητα[275] κατόπιν σύμφωνης έγκρισης αρχικά του επάρχου[276] κι έπειτα του νομάρχη. Ωστόσο κατάλληλα πρόσωπα για αγροφύλακες υπεδείκνυαν παλαιότερα και οι «ενοικιαστές» των χωριών: ο κάτοικος Κοζάνης Αλκιβιάδης Οικονομίδης είχε προτείνει για τον οικισμό Ρυμνίου τον Δημήτριο Κασνάκη.[277]

Η δικαιοδοσία των αγροφυλάκων επί της ακεραιότητας των καλλιεργειών εξαντλούταν σε όλη την εδαφική περιοχή της κοινότητας, αν δεν υπήρχε κι άλλος να χωρίσουν το μέρος. Σε διάφορες εποχές οι αγροφύλακες ως πρόσωπα εμπιστοσύνης αναλάμβαναν κι άλλα καθήκοντα: να μεταφέρουν με ασφάλεια επίσημα έγγραφα, αποτελέσματα εκλογών όπως το 1915[278] ή να προσφέρουν την αρωγή τους (αγνοούμε ακριβώς ποια) σε παρόμοιες διαδικασίες όπως οι εκλογές του 1946.[279]

Σε κάθε περίπτωση δεν έπρεπε να κατέχουν άνω των 5 μικρών κι άνω των 3 μεγάλων ζώων, πανδοχείο, οινοπωλείο και καφενείο[280] για να μην ευνοούν τους κτηνοτρόφους αλλά και να μην παρανομούν οι ίδιοι. Σ΄ αυτή την κατηγορία ανήκαν οι διορισθέντες προπολεμικοί κοινοτικοί αγροφύλακες της Κερασιάς Κωνσταντίνος Λάμπρου,[281] Γεώργιος Γκουργκούτας,[282] Ηλίας Καλλίνης,[283] Νέστορας Τζελαπτσής,[284] Χρήστος Τότσκας.[285] Επί Κατοχής έπρεπε να λάβουν από το κράτος επιπροσθέτως βεβαίωση αρτιμέλειας,[286] απαίτηση προφανώς επιπλέον ελέγχου του κοινωνικού ποιού τους.

Όντας μέχρι την άνοιξη του 1946 εξαρτημένοι από την κοινότητα πληρώνονταν από ειδικό φόρο που επιβαλλόταν στους κατοίκους,[287] πράγμα που σήμαινε πως βρίσκονταν κάτω από την απόλυτη εξουσία των κοινοτικών αρχόντων κι έμμεσα της ανώτερης κρατικής διοίκησης. Γι αυτό, αν και ύστερες, ορισμένες οδηγίες όριζαν πως:

Ο καλός αγροφύλακας …δεν κρίνει ούτε σχολιάζει τις πράξεις των προϊσταμένων του, και των Κοινοτικών Αρχόντων.[288]

Για τους ανωτέρω λόγους οι αγροφύλακες αποτελούσαν τον πρώτο στόχο κάθε ενόπλου αρνητή της καθεστηκυίας εξουσίας, αλλά κι επειδή οι αρνητές επιθυμούσαν τόσο το όπλο του αγροφύλακα όσο και τη στρατιωτικού τύπου στολή που έφερε ήδη από τους χρόνους της Οθωμανοκρατίας.[289] Εξάλλου και ολίγοι ήταν και εκτεθειμένοι στην ύπαιθρο και είχαν αρκετούς φανατικούς εχθρούς ανάμεσα στους κτηνοτρόφους,[290] αφού προστάτευαν τους στατικούς αγρότες.

Η διαμάχη ανάμεσα σε κτηνοτρόφους και αγρότες είχε ρίζες στο παρελθόν και θα συνέχιζε ακόμη αρκετές δεκαετίες στο μέλλον. Ο Βλάχος Ζήσης Γκουργκούτας, γεννηθείς το 1867 στη Βλάστη αλλά σώγαμπρος στην Κερασιά, είχε πυροβοληθεί από αγνώστους στη θέση Κουρί όπου έβοσκε το κοπάδι του[291] στις αρχές της δεκαετίας του 1920, χρονολογία διαπιστωμένη από τον υιό του Νικόλαο που είχε γεννηθεί το 1918 και πεθάνει, ίσως από κακουχίες 9 χρόνια αργότερα.[292] Τα όπλα που έφεραν οι ποιμένες για προστασία από λύκους, κλέφτες, αγριωπούς συναδέλφους των ή ζωηρούς γεωργούς δεν τον προστάτευσαν.[293] Αφού δεν διερπάγησαν τα ζώα του, επρόκειτο μάλλον για διαφορές βοσκοτόπων ή οικονομικής πρωτοκαθεδρίας –αργότερα εφονεύθη από τον ΕΛΑΣ ο υιός του και ο εγγονός του. Διαφορές βοσκής είχε η Κερασιά με όλους τους όμορους οικισμούς[294] εκτός της Αιανής. Καθώς εκείνη την εποχή είχαν συλληφθεί και ο Φώτης Γιαγκούλας και οι περίφημοι ληστές Βασιλάδες (εις εκ των οποίων καταγόταν από την Ξηροκρανιά Καμβουνίων),[295] γνωστοί και στον Τσιαρσιαμπά, πιθανότατα δεν ήταν αυτοί οι δράστες.

Αρχάς 1935 άρχισε να οργανώνεται το Σώμα της Αγροφυλακής στέλνοντας προσκλήσεις προς κατάταξιν.[296] Τότε μάλλον ενδιαφέρθηκε ο Νικόλαος Παπαδημητρίου, γραμματέας της κοινότητας[297] που ολίγον αργότερα υπηρέτησε ως αρχιφύλακας στην Αγρονομία Κοζάνης κι αγρονόμος στη Δεσκάτη. Από τα διαθέσιμα στοιχεία[298] προκύπτει πως η Αγροφυλακή εμπλουτίστηκε το 1938 επί διακυβέρνησης Μεταξά.

Το κύρος των αγροφυλάκων όμως επλήγη σοβαρά το 1943, όταν αφοπλίστηκαν από τους Γερμανούς αμέσως μόλις εμφανίστηκαν αντάρτες, διότι δεν ενέπνεαν όπως και οι χωροφύλακες εμπιστοσύνη. Ήταν το πιο επικίνδυνο επάγγελμα επί Κατοχής και κυρίως Εμφυλίου Πολέμου, αλλά όχι λιγότερο ακίνδυνο προπολεμικά: Οι κτηνοτρόφοι που έπνεαν μένεα εναντίον τους αποπειρούνταν μερικές φορές να τους φονεύσουν, πράξη που είχε συμβεί νωρίτερα στο Σκαφίδι (Νέα Νικόπολη).[299]

Στην περίοδο της Κατοχής στην περιφέρεια Τυρνάβου «έφιπποι κομμουνισταί» είχαν ραπίσει Σεπτέμβριο 1942 αρκετά νωρίς φύλακα αμπελιού,[300] ενώ οι αντάρτες του ΕΛΑΣ εκτέλεσαν την άνοιξη του 1944 τον αγροφύλακα Νικόλαο Τσιαμπαλή[301] από τη Ροδιανή.[302] Στον κυρίως Εμφύλιο Πόλεμο οι αγροφύλακες αποτέλεσαν πάλι τον πρώτο στόχο, αρκετά νωρίς (1945) στη συνοριακή Δυτική Μακεδονία.[303] Αμέσως μετά οι αντάρτες του ΔΣΕ είτε συνέτιζαν τους αγροφύλακες είτε απαλλοτρίωναν τα αγαθά τους[304] είτε τους φόνευαν. Γι αυτό στα μέσα του επομένου έτους ζητούσαν νόμιμα όπλα από το κράτος.[305] Ολίγον αργότερα υπήχθησαν για ζητήματα δημόσιας ασφάλειας κάτω από τις διαταγές των διμοιριτών των ΜΑΥ.[306] Ο κίνδυνος γι αυτούς είχε σχεδόν περάσει.

Πόλεμος 1940

Τυπικά μόνον άνοιξε η αυλαία του πολέμου στους Κερασιώτες την 28η Οκτωβρίου 1940, διότι όσοι υπηρετούσαν τη θητεία τους είχαν ήδη προωθηθεί στη μεθόριο της Αλβανίας -έπειτα άρχισαν να προσέρχονται στο μέτωπο και μεγαλύτεροι στην ηλικία. Αν για τους δεύτερους έγινε παράκληση στο ναό όπως σε άλλα χωριά,[307] δεν είναι γνωστό. Όμως αρκετά νωρίτερα, Μάιο του 1940, είχαν λάβει χώραν απανωτές επιστρατεύσεις εφέδρων αξιωματικών κι οπλιτών, τυπικά για εκπαίδευση,[308] ουσιαστικά για πολεμική προετοιμασία.

Η ελίτ του χωριού, εν αντιθέσει με τους αγρότες και τους ποιμένες, αν και ολιγογράμματη, ήταν σε θέση να αισθανθεί νωρίτερα την άφιξη της ιταλικής αρβύλας πληροφορούμενη από τις προϊστάμενες αρχές της που έδρευαν στη μακρινή Κοζάνη (και που απεύχονταν τον πόλεμο) ή συναρμολογώντας διάσπαρτες ενδείξεις που έφθαναν στην Κερασιά, π.χ. η προτροπή την 7η Οκτωβρίου 1935, πέντε δηλαδή ημέρες μετά την εισβολή των Ιταλών στην Αιθιοπία,[309] προς προμήθειαν του βιβλίου του υπηρετούντα στην Καστοριά αντισυνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δαβάκη[310] «Χημικός και αεροχημικός πόλεμος» ή η αντίστοιχη για το περιοδικό «Αεροχημική Άμυνα».[311] Ή ολίγον αργότερα τη γνώμη του δασκάλου του μονοθεσίου σχολείου Γεωργίου Βασιλάκου, που αφού αντικαταστάθηκε από τον Αθανάσιο Πλιατσίδη από τον Κρόκο, βάδισε ως τη μεθόριο της Αλβανίας[312] όπως κι άλλοι κάτοικοι της Κερασιάς την άνοιξη του 1939.[313]

Ήταν λοιπόν σε θέση να μην αγνοούν από νωρίτερα πως από πίσω υπέφωσκε αργά κινούμενο, αλλά ήδη στημένο, ένα βίαιο σκηνικό που φυσικά απεύχονταν, αφού, μιας και ο πόλεμος θα ήταν αμυντικός, θα έχαναν περισσότερα από όσα είχαν κερδίσει κατά την ειρηνική πάροδο των ετών. Κι όντως είχαν αρχίσει να χάνουν από το Μάιο του 1940, όταν οι χωροφύλακες του Σταθμού Αιανής κατέγραψαν τα υπάρχοντα αποθέματα των γεννημάτων τους,[314] επεβλήθη προσωρινός φόρος στην παραγωγή τους,[315] κι ακόμη υποχρεώθηκαν να παραδώσουν είδη νομής στην ΙΧ μεραρχία της Κοζάνης.[316]

Τα μαύρα σύννεφα είχαν πλησιάσει το Φεβρουάριο του 1940 με μία ακόμη ταξινόμηση τετραπόδων φόρτου. Οι Κερασιώτες οδήγησαν 26 άλογα και 15 μουλάρια στην Αιανή, συνήθη από το 1915 τόπο[317] (ωστόσο το 1934 ταξινομήθηκαν στην ίδια την Κερασιά),[318] αλλά θεωρήθηκαν ικανά προς επιστράτευσιν 2 μόνον φοράδες, ένα βαρβάτο και δύο μουλάρια. Τα υπόλοιπα αποκλείστηκαν λόγω νεανικότητας, γήρατος, ισχνότητας ή  αναστήματος.[319] Από τα τέσσερα κριτήρια μόνο την ισχνότητα μπορούσαν να διαχειριστούν οι ιδιοκτήτες ώστε να εξαιρεθεί το ζώο, ειδικά το μουλάρι που συντελούσε προς το ζην. Ίσως μερικοί δεν είχαν δώσει στα ζώα τους τροφή για ημέρες ώστε να αδυνατίσουν.

Σύμφωνα με το μητρώο κτηνών του χωριού το 1940 καταγράφτηκαν 26 άλογα και 15 μουλάρια, ενώ το επόμενο έτος 1 μόνον ίππος και 5 ημίονοι.[320] Αν στο διάστημα αυτό δεν είχαν πουλήσει τα άλογα, τα οποία χρειάζονταν άριστη περιποίηση, τότε είχαν όλα επιστρατευτεί για το μέτωπο όπως επίσης τα 10 μουλάρια. Με τη λήξη του Αλβανικού οι κάτοικοι είχαν μείνει βεβαιωμένα με 7 μόνον όνους και 36 βόδια, εκ των οποίων οι Κωνσταντίνος Παπακώστας και Στέφανος Καρακούλας κατείχαν 6 και 4 αντιστοίχως,[321] οι πλουσιότεροι κατά εν τινι τρόπω του οικισμού.

Όταν αρχάς Μαΐου 1940 διερευνήθηκε στην Κερασιά όπως και στους άλλους οικισμούς της περιοχής η πιθανή στέγαση αστικών οικογενειών της Κοζάνης,[322] κανείς ίσως από τους χωρικούς δεν γνώριζε την ακριβή αιτία, τις σκληρές αερομαχίες δηλαδή Βρετανών και Γερμανών στη Γαλλία,[323] οι οποίες υπήρχε πιθανότητα να μεταφερθούν και στην Ελλάδα. Ευπαθέστεροι στόχοι στην περιοχή ήταν το αεροδρόμιο και οι στρατώνες της Κοζάνης. Πράγματι τετράκις φορές τον Απρίλιο του 1941 (10η, 13η, 15η και 16η ημέρα) στούκας βομβάρδισαν την Κοζάνη με αποτέλεσμα να πληγούν 106 οικοδομές και να φονευθούν 17 Κοζανίτες κι 6 ξενοτοπίτες.[324] Μερικούς μήνες αργότερα, αφού είχε εκραγεί ο πόλεμος, οι οδηγίες για την εξ αέρος προστασία ενισχύθηκαν.[325] Έντυπες μαρτυρίες ωστόσο για καταφυγή οικογενειών της Κοζάνης τον Απρίλιο του 1941 υπάρχουν μόνο για τη Ροδιανή[326] όχι για την Κερασιά.

Όλοι οι άνδρες του χωριού από 20 έως 50 ετών ήταν γνώστες πολεμικών όπλων το 1940. Οι μεσήλικες είχαν υπηρετήσει στον τουρκικό στρατό το 1912 και οι νεότεροί τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι 40χρονοι Χαράλαμπος Μάρκου Καρακούλας, και Αθανάσιος Γεωργίου Τζελαπτσής, στρατεύσιμοι του 1922[327] είχαν φθάσει ως τη Μικρά Ασία. Οι τριαντάχρονοι σχετικά πρόσφατα είχαν υπηρετήσει στον Ελληνικό Στρατό, ενώ οι 20χρονοι βρίσκονταν ήδη στο μέτωπο. Με την έναρξη του πολέμου άρχισε η επιστράτευση παλαιών κλάσεων. Οι διανύοντες την ηλικία των 33 ετών Κερασιώτες, ανήκοντες στο Α΄ Σώμα Στρατού, ντύθηκαν στο χακί το Δεκέμβριο του 1940.[328]

Ακόμη υπήρξε η δυνατότητα κατάταξης εθελοντών στον Ελληνικό Στρατό,[329] αλλά μάλλον κανείς Κερασιώτες δεν δήλωσε. Ήδη από το φθινόπωρο του 1940 η Κερασιά άρχισε να αδειάζει από άνδρες[330] που έχοντας οδεύσει στο μέτωπο άφησαν χωρίς κραταιά χέρια τις εστίες τους, τα κοπάδια μόνα και τα σπαρτά ανόργωτα.[331] Οι περίπου σαραντάρηδες παρέμειναν στο χωριό, ενώ οι μικρότεροί τους επιστρατεύτηκαν το Μάρτιο του 1941.[332]

Όσοι έμειναν απασχολήθηκαν στην παθητική αεράμυνα[333] (δημιουργία καταφυγίων, σβήσιμο φώτων, συλλογή μη εκραγησών βομβών)[334] είτε εντάχτηκαν σε πολιτοφυλακές που έφεραν παλαιό οπλισμό.[335] Με τα μάτια στραμμένα στον ερχόμενο πόλεμο είχε ατονήσει ακόμη και η ενεργότατη έως τότε φροντίδα περί των θρησκευτικών (διοικητικών) θεμάτων του χωριού όπως δείχνει η τελευταία εγγραφή της εκκλησιαστικής επιτροπής την 9η Αυγούστου 1940.[336]

Ποια ζώα επιτάχθηκαν τότε για οργώματα των εφέδρων πολεμιστών[337] και ποιοι έφηβοι ή ηλικιωμένοι υποχρεώθηκαν κατόπιν πολιτικής επιστράτευσης να τα κουμαντάρουν[338] χωρίς αντίτιμο[339] δεν εγνώσθη. Προφανώς ανέλαβαν οι γυναίκες, κάτι καθόλου πρωτόγνωρο αφού είχε συμβεί τουλάχιστον δύο φορές στους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Οι ίδιες επιβεβαίωναν την καταγραφή των εσπαρμένων εκτάσεων και την σπορά πατατών για αύξηση της τροφικής παραγωγής.[340]

Όταν το Φεβρουάριο ο χειμώνας στην περιοχή αγρίεψε, «χειμώνας δυνατός» σύμφωνα με εκκλησιαστική ενθύμηση,[341] άρα στα όρη της Αλβανίας ήταν ισχυρότερος, οι γυναίκες της Κερασιάς άρχισαν να πλέκουν χειρόκτια και σκούνια (κάλτσες) για τους άνδρες, τα παιδιά, τους πατέρες, τους συγγενείς τους, γενικώς το μαχόμενο ελληνικό στρατό.[342] Το ίδιο ακριβώς έπραττα οκτώ χρόνια αργότερα για τους στρατιώτες του Εθνικού Στρατού[343] που πολεμούσαν κατά των ανταρτών του ΔΣΕ.

Εκτός από την τόνωση του ηθικού έπειτα από την κατατρόπωση των Ιταλών στην Αλβανία και την απόκτηση ή συσσώρευση πολεμικής εμπειρίας οι Κερασιώτες δεν είχαν άλλα οφέλη. Η γη τους είχε καλλιεργηθεί λειψά κι αρκετά φορτηγά ζώα τους είχαν παραληφθεί από τον ελληνικό στρατό. Υπήρχε πρόβλημα διαβίωσης και μεταφορών. Όταν έδειξε καλά τα δόντια του ο χειμώνας, οι κάτοικοι μοίρασαν τα πλατάνια του λάκκου και τα ξύλευσαν για θέρμανση ή πώληση.[344] Ήταν πράξεις αδήριτης ανάγκης καθώς μέρος των αποθεμάτων τους είχε απαλλοτριωθεί χάριν της επιμελητείας του Ελληνικού Στρατού.

Στον οικισμό Πύργος της ιδίας περιοχής 6μελής οικογένεια δήλωσε τον Οκτώβρη του 1940 πως είχε κρατήσει 640 οκάδες σπόρο για 32 στρέμματα χωράφια κι ότι από τις αρχικές 680 οκάδες σίτου προς βρώσιν είχαν απομείνει μόνον 420.[345] Τα ποσά δήλωναν πως από τον Απρίλη έως τον Ιούλιο που θα αλώνιζαν τους έμενε για τροφή το απόθεμα του σπόρου. Ωστόσο στην πράξη οι χωρικοί αποθήκευαν κρυφά σίτο σε τεράστια πιθάρια μέσα στα χωράφια τους, αν είχαν δικό τους τον πρόεδρο του χωριού για να δηλώσει λιγότερη παραγωγή ή ικανότητες φοροδιαφυγής.

Τέτοιου είδους προβλήματα ήταν υποδεέστερα εμπρός σε χειρότερες απώλειες: μαχόμενοι στο μέτωπο της Αλβανίας τραυματίστηκαν οι Ευθύμιος κι Ευάγγελος Γκουρκούτας,[346] ενώ ο 28χρονος σώγαμπρος Νικόλαος Αναστασόπουλος από την όμορη Αγία Παρασκευή[347] έχασε τη ζωή του αφήνοντας μόνες γυναίκα και κόρη.[348] Το επίδομα που χορηγήθηκε στην απορφανισθείσα οικογένεια από τη Νομαρχία ολίγον αργότερα[349] αναπλήρωνε μερικώς μόνον το χαώδες κενό μέχρι το δεύτερο γάμο της παθούσης.[350]

Με την άφιξη των Γερμανών στη μεθόριο της Βουλγαρίας τέλη Μαρτίου 1941, ελήφθησαν στην Ελλάδα μέτρα όπως η απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 10 το βράδυ,[351] κάτι που καταγράφτηκε σχεδόν αδιάβαστο στην Κερασιά, αφού οι κάτοικοι, ζώντας χωρίς ηλεκτρισμό κι ανέσεις, μάζευαν ζωντανά κι εργαλεία κι έπεφταν στην κλινοστρωμνή τους αμέσως μόλις απλωνόταν η νύχτα.

Ένα στρατιωτικό μουλάρι που «συνελήφθη» την 12η Απριλίου 1941 να κυκλοφορεί αδέσποτο στο χωριό[352] σηματοδότησε το πέσιμο της αυλαίας δύο δεκαετιών. Έδειχνε τα δόντια της η Κατοχή.

Γερμανική Κατοχή

Οπισθοχωρώντας ασύντακτα οι περισσότεροι μαχητές του μετώπου της Αλβανίας απέφευγαν τη γέφυρα των Σερβίων για να μη συλληφθούν από τη φρουρά της ως λιποτάκτες, Μην έχοντας φύλλα πορείας,[353] διέσχιζαν αναγκαστικά την περιοχή της Κερασιάς για να φθάσουν σε άλλα περάσματα του ποταμού Αλιάκμονα. Στην Κερασιά έμειναν λοιπόν 2 μουλάρια κι 6 άλογα[354] είτε επειδή τα είχαν οδηγήσει εκεί οι επιστρατευμένοι του χωριού είτε διότι αφαιρέθηκαν από τους κουρασμένους στρατιώτες που επιστρέφοντας στη νότια Ελλάδα έπεφταν για ύπνο το βράδυ μέσα ή έξω από το χωριό είτε επειδή τα εγκατέλειπαν για να μη δίνουν στόχο στα γερμανικά αεροπλάνα που στριφογύριζαν βομβαρδίζοντας οχυρωμένους στις Πόρτες Σερβίων Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς.

Φαίνεται ότι τα κράτησαν τα ζώα αυτά και συνάμα από τους Γερμανούς, οι οποίοι αφού πρώτα απαγόρευσαν την «φυγάδευσιν» ίππων και ημιόνων εκτός νομού,[355] για να κτυπήσουν το λαθρεμπόριο, έλαβαν οι Κερασιώτες προς αντικατάστασιν των επιστρατευμένων ζώων τους ορισμένα επιπλέον.

Οπότε το φθινόπωρο του 1943 οι 113 κάτοικοι της Κερασιάς,[356] 30 οικογενειάρχες, διέθεταν συνολικά: για τις μεταφορές τους 9 άλογα, 13 μουλάρια κι 8 γαϊδάρους. Για τα οργώματα 36 βόδια. Για τις υπόλοιπες ανάγκες 190 πρόβατα κι 137 αίγες. Ωστόσο η ζωοκατοχή δεν μοιραζόταν εξίσου σε όλους, αφού πτωχότεροι όλων φαίνονταν οι Γεώργιος Μ. Καρακούλας και Νικόλαος Κ. Λίτσιος (με ένα μόνο βόδι αντίστοιχα στην κατοχή τους). Ο Ιωάννης Γ. Γκουργκούτας πρώτευε στην κτηνοτροφία με 35 αιγοπρόβατα,[357] ενώ στις μεταφορές κυριαρχούσαν ο Θεόδωρος Ζ. Γκουργκούτας και ο Γεώργιος Αθ. Καρακούλας, με δύο μουλάρια έκαστος.

Συγγενικά δίκτυα κι ενδοχώριος αντιπραγματισμός επέτρεπαν το διαμοιρασμό παραγωγής και υπηρεσιών ώστε να μην δυσκολευτεί κανείς στο χωριό επί Κατοχής, τουλάχιστον όχι αρκετά περισσότερο από πρώτα. Αυξήσεις στον κοινοτικό φόρο για το δικαίωμα βοσκής, 20 δρχ στα βόδια και 10 στα αιγοπρόβατα, ενέτειναν την αίσθηση των τροφικών ελλείψεων. Αφού όμως δεν πείνασαν στον σχετικά ορεινό οικισμό του Μικροβάλτου Καμβουνίων,[358] γιατί να πεινάσουν στην πεδινή Κερασιά;

Σε αγώνες για το ψωμί ενεπλάκησαν οι Κερασιώτες ήδη από το πρώτο καλοκαίρι της Κατοχής. Πρωτεργάτες ο κοινοτάρχης Ιωάννης Καρακούλας, ο Στέφανος Καρακούλας κι ο ληξίαρχος Ιωάννης Παπαδημητρίου που χρεώθηκαν από τα ελληνικά δικαστήρια με 45 μέρες φυλάκιση, επειδή το δεκαπενταύγουστο αντιστάθηκαν εναντίον Ελλήνων χωροφυλάκων. Οι τελευταίοι συνόδευαν τον ειρηθέντα κτηματία Θωμά Νούλια που κατέφθασε στην Κερασιά να συλλέξει το γεώμορο των χωραφιών του μην εξαιρώντας και την απορφανισθείσα οικογένεια Αναστασοπούλου.[359] Επρόκειτο για την πρώτη αντιστασιακή ενέργεια, την οποία δεν παραδέχεται η αριστερή ορθοφροσύνη επειδή προήλθε από την ελίτ του πρώην καθεστώτος.

Η πράξη αυτή εξυψώνει επίσης και τους Έλληνες χωροφύλακες που όντας κάτω από γερμανικές διαταγές δεν είχαν πράξει ως όφειλαν τη δουλειά τους. Οπότε ο κτηματίας επανήλθε την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1942[360] μαζί με Γερμανούς και τον μηχανικό αυτοκινήτων Ελευθέριο Γκοτζαμάνογλου, πιθανώς ως διερμηνέα ή οδηγό -μεταπολεμικά ο τελευταίος κατηγορήθηκε ως ένθερμος οπαδός εθνικιστικής οργάνωσης, ίσως της ΕΕΕ.[361] Σύμφωνα με τη μαρτυρία του 32χρονου μυλωνά της Κερασιάς Θωμά Βόμβα ο κτηματίας κατάφερε να λάβει τότε 800 οκάδες σιτάρι και 15 εκατομμύρια  δραχμές.[362] Οι διαμαρτυρίες των κατοίκων το επόμενο έτος στο γερμανικό φρουραρχείο δεν τελεσφόρησαν,[363] αλλά αν συνέβησαν οι ίδιες πάλι σκηνές και δόθηκαν τα ίδια ή ολιγότερα ποσά δεν έχει διακριβωθεί. Πιθανότατα η εμφάνιση των ανταρτών του ΕΛΑΣ στο πεδίο έβαλε τροχοπέδη σε παρόμοιες διεκδικήσεις, αφού υπήρχε σοβαρός κίνδυνος για κάθε ανεπιθύμητο επισκέπτη της Κερασιάς.

Η επαφή με το κράτος της Αθήνας άρχισε από την πρώτη στιγμή της Κατοχής να αραιώνει. Ένα πέπλο αυτονομίας κι απομόνωσης απλώθηκε στην ύπαιθρο της Μακεδονίας όπως εικονίζεται με ευκρίνεια στην αλληλογραφία της κοινότητας: από τον Απρίλιο 1941 μέχρι τον Ιούλιο του 1944 που σταμάτησαν οι εγγραφές υπάρχουν 205 συνολικά καταχωρήσεις (το 1941 68, το 1942 18, το 1943 66 και το 1944 53).

Πριν από την άφιξη των Γερμανών οι εγγραφές ήταν 260 (από Μάιο 1940 έως Δεκέμβριο του ιδίου έτους 186, ενώ το επόμενο μέχρι την άφιξη των Γερμανών άλλες 74). Από Μάρτιο έως Δεκέμβριο του 1945 έχουμε 225 καταχωρήσεις αλληλογραφίας. Επί Εαμοκρατίας δε ουδεμία καταγραφή. Η διαίρεση από το ένα μέρος εξυπηρετούσε τους ισχυρούς στρατιωτικά Γερμανούς αλλά από το άλλο εμπόδιζε την ταχύτατη παροχέτευση μιας δικής τους ενιαίας πολιτικής επικοινωνίας (προπαγάνδας).

Αστοί και χωρικοί με τις παραινέσεις του ΕΑΜ ή χωρίς αυτές προσπάθησαν να επωφεληθούν καθυστερώντας την καταβολή φόρων στο κράτος. Η Κερασιά είχε χρεωθεί το καλοκαίρι του 1943 σε δεκάτη και παρακράτημα 2.360 οκάδες σιτάρι και 350 βρίζα (σίκαλη) συνολικά.[364] Αυτό σήμαινε 5 οκάδες και 155 δράμια φόρο ανά στρέμμα σίτου και 3,5 αντίστοιχα για τη βρίζα,[365] κάτι όχι επιθυμητό. Μάταια προσπάθησαν να ξεφύγουν οι κάτοικοι καλλιεργώντας καλαμπόκι, αλλά τους επεβλήθη (και) φόρος αραβοσίτου.[366] Οι καθυστερήσεις εξόργισαν τους Γερμανούς και να απαιτήσουν εμπρόθεσμη καταβολή των φόρων.[367] Δεκατρείς οικισμοί της περιοχής, ανάμεσά τους το μακρινό Χρώμιο, που παράκουσαν τιμωρήθηκαν με πρόστιμο συν διπλή τη δόση, ενώ η Κερασιά κι άλλοι 16 είχαν υπακούσει παραδίδοντας μέρος των ζητηθέντων.[368]

Όσοι δυστρόπησαν να παραδώσουν το φόρο τη δεκάτης αναφέρθηκαν από τον πρόεδρο στη Νομαρχία.[369] Σε αυτούς ανήκε προφανώς ο μυλωνάς Θωμάς Βόμβας, υπεύθυνος αργότερα της ΕΠΟΝ, και η παντρεμένη στην Κερασιά Ιωάννα Πατσιούρα[370] από την Αιανή, που φυλακίστηκαν στην Κοζάνη μέχρι να αποπληρώσουν το χρέος.

Δεν ήταν εύκολη η συνέπεια των Κερασιωτών ως προς την παράδοση των φόρων, τους τακτικούς της Ελληνικής Πολιτείας και τους έκτακτους των Γερμανών, διότι ήδη υφίσταντο τους ανάλογους του ΕΑΜ, αγροτικής ή κτηνοτροφικής φύσεως. Ενδεικτικά στη γειτονική Εορδαία το καλοκαίρι του 1944 η ΠΕ του ΚΚΕ είχε συλλέξει 230 οκάδες τυρί, 50 βούτυρο, 50 μαλλί και 10 πρόβατα.[371]

Μόνο τους εφήβους προφανώς ξένισε η διαταγή των Γερμανών το Σεπτέμβριο του 1941 για έκδοση νέων ταυτοτήτων, καθώς για πρώτη φορά εμπεριείχε κι όσους είχαν συμπληρώσει τα 16 έτη, κι όχι η αναγκαία επιπρόσθετη λατινική γραφή, η οποία υπήρχε και επί γαλλικής κατοχής με τα λεσέ πασέ. Ο Νικόλαος Παπαδημητρίου ενδιαφέρθηκε[372] πρώτος, ως δημόσιος υπάλληλος. Ίσως ήταν ο μοναδικός στον οικισμό της Κερασιάς κάτοχος νέας ταυτότητας, επειδή επαφιόταν λόγω του επαγγέλματός του με την πόλη της Κοζάνης.

Η γερμανική απαίτηση επαναλήφθηκε το 1943, όταν άρχισαν να βγαίνουν από τα χωριά αντάρτες στο βουνό. Σε διαταγή έκδοσης ταυτοτήτων για πολίτες κι αντάρτες θεωρημένων από τη δική του αστυνομία (Εθνική Πολιτοφυλακή) προχώρησε και το ΕΑΜ όταν άρχισε να χάνει την εξουσία του αρχάς 1945.[373] Η πίεση στο λαό δεν έπαυε ποτέ, ιδιαίτερα όταν διακυβεύονταν τα προνόμια των εκάστοτε κυβερνητικών ελίτ.

Τον έλεγχο της κυκλοφορίας συμπλήρωναν αναμενόμενες διαταγές των Γερμανών για παράδοση όπλων και πολεμοφοδίων,[374] κι απογραφές κατοίκων είτε για χορήγηση μηνιαίου άλατος[375] είτε για παρατήρηση της κίνησης του πληθυσμού. Έτσι το Μάρτιο του 1943[376] έπειτα από τη νικηφόρα για τους Έλληνες μάχη του Φαρδυκάμπου Σιάτιστας όπου κατατροπώθηκε ένα τάγμα Ιταλών, έλαβε χώραν έκδοση ταυτοτήτων από 18 έως 50 ετών.[377]

Το φθινόπωρο του ιδίου έτους νέα έκδοση όταν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ μιμήθηκαν με βρετανική προτροπή τη διοικητική δομή του ελληνικού στρατού. Παρόλα αυτά αψηφώντας σχετική διαταγή τον Αύγουστο του 1944[378] οι άρχοντες και ο λαός της Κερασιάς δεν κατέδωσαν στους Γερμανούς τον μοναδικό εθελοντή αντάρτη του ΕΛΑΣ Βασίλειο Καρακούλα, ο οποίος μαζί με 20 άλλους υπηρέτησε φέροντας μάνλιχερ στην προσωπική φρουρά του Βρετανού συνδέσμου στο όρος Βίτσι Πάτρικ Έβανς.[379]

 

Μεταλλεία

Ήδη από το 1930 οι Βολιώτες Μιλτιάδης Παπαδημητρίου και Αλέξανδρος Αποστολίδης συνέλεγαν χρώμιο από 3.553 στρεμμάτων μεταλλούχες εκτάσεις στις θέσεις του Κτενίου Άι-Σωτήρας, Κάστρο, Μπουρνίκ Στάλος, κορυφή Παπά Πέτρα, Μεσαίο Καραούλι, κορυφή Καρά Πουρνάρ (Κούτρα) και στις αντίστοιχες της Ροδιανής Μότσιαλ(η) και Ζγκόστ(ι).[380] Με την πάροδο των ετών η εκμετάλλευση αδράνησε και μόνο επί Μεταξά προτάθηκε «να υποχρεωθούν» οι δηλώσαντες να λειτουργήσουν και πάλι τα ορυχεία.[381] Επί Κατοχής μέγιστο ηγέρθη το ενδιαφέρον των Γερμανών για το χρώμιο από επιφανειακά κοιτάσματα αλλά και υπόγειες στοές. Γι αυτό εγκαταστάθηκε στη Ροδιανή[382] ο 1ος λόχος του 26ου τεχνικού τάγματος εξόρυξης (1./Techn.Btl. 26, Kp.Chef).[383]

Στενά υποχρεωτική, σταθερή κι έμμισθη ήταν η προσέλευση εργατών και ημιόνων από Ροδιανή, Λευκοπηγή, Αγία Παρασκευή και Πρωτοχώρι,[384] ενώ οι άνδρες της Κερασιάς μετέφεραν ξυλεία από το δάσος του όρους Μπούρινος για την υποστήλωση των στοών των μεταλλείων.[385] Οι τελευταίοι ανήκαν στη γενική κατηγορία των ανδρών από 18 έως 50 ετών, οι οποίοι υποχρεούνταν σε δωρεάν προσωπική εργασία μίας ή δύο εβδομάδων.[386] Εκτός νομιμότητας οι Γερμανοί άρπαζαν από όπου έβρισκαν άνδρες για ολιγόωρες εργασίες όπως τον Παναγιώτη Μπαγιώτα από τα Σέρβια που είχε συλληφθεί «καθ’ οδόν»[387] ή τον Γρηγόριο Καλλιανιώτη από την Αιανή.[388] Όλοι όμως, εργάτες και μεταφορείς ελάμβαναν τρόφιμα ως αντίτιμο των υπηρεσιών τους[389] και χαρτονομίσματα.

Ελάχιστες φορές οι κάτοικοι της Κερασιάς είδαν Γερμανούς τα τρία πρώτα χρόνια. Κι αυτούς περαστικούς όπως το Σεπτέμβριο του 1943 όταν στη θέση του ερειπωμένου ναού του Αγίου Νικολάου κατέβασαν από τα αυτοκίνητά τους τον τραυματία Ιωάννη Κεχαγιά από το Ρύμνιο,[390] τον οποίο είχαν συλλάβει σε επιδρομή Γερμανών και γερμανοντυμένων οπλιτών του αντισυνταγματάρχη Γεωργίου Πούλου στα Καμβούνια, και δίνοντάς τον  χαριστική βολή τον παράτησαν επί τόπου. Ήταν ένα τυχαίο γεγονός κι όχι μήνυμα με σημασία για τους  κατοίκους που τον έθαψαν.[391]

Πρώτη φορά είδαν από κοντά Γερμανούς το Νοέμβριο του 1941 όταν τους ζητήθηκε να παραδώσουν το 20% των μικρών και το 10% των μεγάλων ζώων τους.[392] Με βάση ήδη αναφερθείσα σχετική κατάσταση του 1943 παρέδωσαν 4 περίπου βόδια και 65 αιγοπρόβατα χωρίς ρητή αντίδραση. Στους παρελθόντες καιρούς γνώριζαν μόνον την απαλλοτρίωση μεταφορικών μόνο ζώων, τώρα έγιναν κοινωνοί μίας νέας διάστασης. Προφανώς οι 10.000 οκάδες χόρτου και αχύρων που απαίτησαν από την Κερασιά οι Γερμανοί τον Αύγουστο του 1943[393] δεν ήταν για τα αναφερθέντα ζώα, αλλά για δικά τους άλογα και μουλάρια και για γελάδια κι αιγοπρόβατα που είχαν αρπάξει από χωρικούς κατά τη διάρκεια επιδρομών τους.

Το χόρτο θα το πλήρωναν οι Γερμανοί με 250 δρχ την οκά και με 125 τα άχερα,[394] αλλά ελάχιστοι έως κανείς δεν επιθυμούσε να ενθυλακώνει κατοχικά χαρτονομίσματα, τα οποία συνεχώς έχαναν την αξία τους όσο πλησίαζε το τέλος της Κατοχής. Για παράδειγμα το Μάιο του 1944 το ενοίκιο των βοσκήσιμων εκτάσεων αυξήθηκε 500%.[395] Οπότε οι κάτοικοι αδιαφορούσαν για τα χαρτονομίσματα εις κέρδος των απαστραπτουσών λιρών που έπεφταν σωρηδόν από βρετανικά αεροπλάνα. «Το εμπόριο γινόταν σχεδόν αποκλειστικά με αγγλικές λίρες».[396] Αυτές μοιράζονταν τη συνεργεία του ιερέα, του προέδρου της Ελληνικής Πολιτείας και του δασκάλου εκάστου οικισμού[397] στους πυρποληθέντες εξαιτίας των κατακτητών ή σε όσους είχαν χάσει τα μέσα της ζωής (μία λίρα οι πρώτοι, μισή οι δεύτεροι).[398] Πόσες μοιράστηκαν στην Κερασιά;

Το καλοκαίρι του επομένου έτους 1944 οι Γερμανοί διέταξαν παράδοση 4 τόνων αχύρων από την κοινότητα της Κερασιάς.[399] Παρόλο που δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για την τιμή του, υποθέτουμε βασίμως πως οι Γερμανοί το χρωστούν ακόμα! Εντυπωσιάζει εδώ πως πρώτη φορά η μέτρηση γινόταν σε κιλά κι όχι όπως παλαιότερα σε οκάδες, κάτι που καταργήθηκε το φθινόπωρο του 1944 οπότε επέστρεψε πάλι στην περιοχή η οκά.

Εκτός των ανομημάτων τους οι Γερμανοί είχαν ανοίξει (με τη μέτρηση σε κιλά) ένα φεγγίτη στο οίκημα του παλαιού κόσμου, ο οποίος συμπληρώθηκε με ένα νέο επίσης παράθυρο: ολίγον νωρίτερα, το Φεβρουάριο του 1944 οι Κερασιώτες είχαν ζητήσει από τη Νομαρχία σιδερένια άροτρα,[400] τα «γιρμανούδγια» όπως ονομάζονταν στην τοπική ιδιόλεκτο, αφήνοντας την άκρη τα συνήθη ξύλινα από καρυδιά,[401] πουρνάρι, καραγάτσι και δρυ,[402] δέντρα που διέθετε αρκετά η περιοχή.

Η διαταγή των Γερμανών το Νοέμβριο 1943 για απαγόρευση κοπής και μεταφοράς ξύλων χωρίς άδεια[403] δεν εφαρμόστηκε από τους χωρικούς. Με την πώληση της ξυλείας διαβιούσαν οι ορεινοί πληθυσμοί, τους οποίους οι ίδιοι είχαν πλήξει δημιουργώντας νεκρές ζώνες σε στρατηγικής σημασίας περάσματα όπως τα στενά του Σαρανταπόρου, ενώ με την αντίστοιχη των καυσοξύλων ζούσαν οι πεδινοί αντίστοιχοι της Κοζάνης. Τότε προφανώς κόπηκαν τα μεγάλα καραγάτσια στη θέση Κουρί της Κερασιάς.[404]

Όταν τέλη 1943 άρχισε δριμύς ο χειμώνας οι Γερμανοί ζήτησαν από τις κοινότητες καυσόξυλα για τη θέρμανση των δικών τους γραφείων όσο και των κρατικών ελληνικών.[405] Δεν έχει διευκρινιστεί από ποια χωριά ακριβώς διέταξαν την παράδοση 8.000 οκάδες καυσοξύλων το Φεβρουάριο του 1944.[406]

 

Επιθέσεις ΕΑΜ/ΕΛΑΣ

Σαράντα αντάρτες του ΕΛΑΣ εμφανίστηκαν στην γειτονική Ροδιανή στην 9η Μαΐου 1943. Απαλλοτρίωσαν προμήθειες από τις αποθήκες των Γερμανών,[407] προειδοποίησαν τους εργάτες να εγκαταλείψουν τα μεταλλεία, έβαλαν φωτιά στα καύσιμα και κατάστρεψαν τις υπάρχουσες μηχανές.[408] Παρόλο που δεν πέρασαν έπειτα μέσα από την Κερασιά, το γεγονός είχε μαθευτεί.

Δεύτερη φορά κτύπησαν τα ίδια μεταλλεία την 9η Ιουλίου 1943 φονεύοντας τρεις Γερμανούς υπαξιωματικούς κι αιχμαλωτίζοντας τον δεκανέα Φίλιξ[409] Άπελ,[410] πράξη που απαντήθηκε από τους Γερμανούς με τη ζωή του, ποιμένα κοπαδιού της Ροδιανής, Γεωργίου (Γούλια) Μπάσινα[411] από τη Μεταμόρφωση και την αντίστοιχη τρεις ημέρες αργότερα του 36χρονου πρώην χωροφύλακα Στέφανου Τσάμη από το Χτένι. Δέκα ημέρες αργότερα,[412] τμήμα του ΕΛΑΣ Πιερίων από τη θέση Λιμάζ(ι)[413] κι ο 3ος λόχος του 1/27 τάγματος Μπούρινου από το λόφο Πουρνάρ(ι) κτύπησαν με όλμους τις γερμανικές παράγκες.[414]

Ακολούθησαν αντίποινα. Οι Γερμανοί φόνευσαν τη μεθεπόμενη ημέρα τους Χτενιώτες Γεώργιο Φλιάγκα, στρατιωτικό υπεύθυνο του ΕΑΜ, και Θωμά Κομπογιάννη ως κατόχους όπλων και σφαιρών και το Νικόλαο Παρασκευά[415] που είχε πλησιάσει στη θέση Παππά Πέτρα. Για μία εβδομάδα[416] κήρυξαν ολότελα απαγορευμένη ζώνη (völlige Sperrung) το όρος Μπούρινος και τους ανατολικούς του πρόποδες συμπεριλαμβανομένου του βοσκότοπου της θέσης Ζκγόστ(ι) και βραδινή μόνο (Nachtsperrgebiet) την πεδινή περιοχή της Ροδιανής και τα χωριά Λευκοπηγή, Πρωτοχώρι και Αγία Παρασκευή,[417] ενώ αρχικά ήθελαν να συμπεριλάβουν και την Κερασιά, τη Μηλέα και την Καρυδίτσα.[418] Αποκομμένα τότε τα πολυπληθή κοπάδια των Ροδιανιωτών από τις θερινές τους βοσκές μετανάστευσαν για μία βδομάδα στην περιοχή της Κερασιάς.[419]

Όταν την 22α Ιουλίου 1943 οι Γερμανοί δέχτηκαν ακόμη μία φορά (ελαφρά) νυκτερινά πυρά,[420] προφανώς από εφεδροελασίτες, κρέμασαν την επομένη ημέρα δύο Ροδιανιώτες κατόχους πολεμικού υλικού.[421] Εν συγκρίσει με άλλες περιοχές που είχαν δηωθεί με σκληρότατα αντίποινα, η Ροδιανή και τα γειτονικά της χωριά είχαν υποστεί ελαφριά αντίστοιχα, διότι για τους Γερμανούς χρειάζονταν οπωσδήποτε το χρώμιο οπότε και οι εργάτες των περίγυρων στα μεταλλεία χωριών. Για να μην επαναληφθούν οι επιθέσεις το φθινόπωρο πάντως  του ιδίου έτους η φρουρά της Ροδιανής ενισχύθηκε με Ιταλούς φασίστες κι 70 καλά οπλισμένους SS κάτω από τις διαταγές του λοχαγού Έρικ Κράους.[422]

Το δεύτερο βάπτισμα της Κερασιάς σε αντιστασιακές ενέργειες έλαβε χώραν στα μέσα Μαρτίου 1943, όταν μία δεκαρχία ενόπλων κατοίκων με επικεφαλής τον Ηλία Καλλίνη («μας έμασαν κι μας πήγαν») έσμιξε στην Καισαρειά με άλλους των περίγυρων χωριών κι όδευσαν μαζί ως το Ροδίτη. Δεν έχει διευκρινιστεί αν η δεκαρχία της Κερασιάς ανήκε στο ΕΑΜ ή στην οργάνωση ΥΒΕ/ΕΚΑ, της οποίας ηγούταν ο ταγματάρχης Λάζαρος Μάντζιος, κάτοικος του Κρόκου.[423]

Στο Ροδίτη για πρώτη φορά οι Κερασιώτες έλαβαν γεύση των στρατιωτικής, διότι πολιτικής υπήρχαν εξ αρχής, φύσεως διαφωνιών ανάμεσα στους μονίμους αξιωματικούς του στρατού όπως ο Δημήτριος Τσάμπουρας από τη Γαλατινή, που είχαν πολεμήσει στη Μικρά Ασία και στην Αλβανία, και τους άκαπνους έως τότε καπεταναίους του ΕΛΑΣ σαν το Παπαφλέσσα (κατά κόσμον Σωτήριο Τάρη από τη Βλάστη) ως προς την αντιμετώπιση ιταλικών μονάδων που έκαιγαν τα Σέρβια.

Μερικά από όσα συγκράτησαν οι ένοπλοι πατριώτες της Κερασιάς ήταν διαλογικές λεπτομέρειες περί του λογοτύπου των ανταρτών: ο αναφερθείς ταγματάρχης διαφωνούσε με τον ειρηθέντα καπετάνιο ως προς το σύμφωνο Λ του ακρωνυμίου ΕΛΑΣ, το οποίο ερμηνευόμενο ως «λαϊκός» έδινε την εντύπωση του κομουνισμού.[424]

Φαίνεται πως οι αξιωματικοί επηρέασαν τους Κερασιώτες, διότι ορισμένοι Κερασιώτες εγκατέλειψαν το πεδίο και κίνησαν να επιστρέψουν στο χωριό τους. Διανυκτερεύοντας όμως στον τουρκόφωνο οικισμό Ανατολή (Κιουτσούκ Τεκελέρ) συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν δεμένοι στο σχολείο του Ροδίτη όπου φυλακίστηκαν. Καταδικάστηκαν από στενό κύκλο στελεχών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ αμέσως σε θάνατο ως λιποτάκτες. Καθώς όμως οι Ιταλοί κατασκευάζοντας ατουφέκιστοι τη γέφυρα των Σερβίων πλησίασαν στο χωριό, οι αντάρτες διαλύθηκαν αφήνοντας αφύλακτη την προσωρινή φυλακή. Οι Κερασιώτες δραπέτευσαν και δρομαίοι επέστρεψαν στο χωριό τους. Είχαν νιώσει οδυνηρά το χάσμα μεταξύ των δύο στρατοπέδων επιλέγοντας τη δεξιά όχθη του διαχωριστικού ποταμού.[425]

Από τον Ιανουάριο του 1943 που παρουσιάστηκαν Θεσσαλοί αντάρτες στον Τσιαρτσιαμπά άρχισε η οργάνωση των κατοίκων κατά των Γερμανών. Με πατριωτική διάθεση όλοι τους, χωρίς να γνωρίζουν πως το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ διέθετε ήδη πολιτικό προσανατολισμό, αφού τον κάλυπτε μαεστρικά. Ωστόσο στελέχη του ΕΑΜ/ΚΚΕ που παρασύρονταν από επαναστατικό μένος προξενούσαν δυσμενή εντύπωση στους κατοίκους, ειδικά σε όσους είχαν αναπτυγμένο θρησκευτικό συναίσθημα. Σύμφωνα με μαρτυρία περιφερειακός του ΕΑΜ σε συγκέντρωση κατοίκων της Κάτω Κώμης, πριν οπλιστεί το χωριό εναντίον των ανταρτών, είχε αναφέρει σε πολιτικής φύσεως ομιλία του:

Πιστέβντι στα ξύλα, οι άγιοι αυτοί που είναι άγιοι στα ξύλα, αυτοί είνι ξύλα δεν είνι άγιοι. Κι να πιστέβντι ιτούτα που ιμείς μιλούμι κι μεις σας διδάσκουμι![426]

Επικεφαλής στη μοναδική δεκαρχία ένοπλων που λόγω της λειψανδρίας είχε τη δυνατότητα να αναπτύξει η Κερασιά ανέλαβε ο 40χρονος Ηλίας Καλλίνης, πρώην κοινοτικός αγροφύλακας, που είχε γεννηθεί στην Πυρσόγιαννη της Ηπείρου. Χωρίς πατέρα είχε προσέλθει στην περιοχή με την αδερφή ή μητέρα του για να ενταχθεί ως παραπαίδ(ι) σε πτωχή οικογένεια της Κερασιάς.[427] Αυτός, ο ξένος, ανέλαβε υπεύθυνος των ανταρτών όπως έχει ήδη αναφερθεί, αφού δίσταζαν οι γηγενείς.

 

Κατοχικός Εμφύλιος Πόλεμος

Αντάρτες μόνιμοι στην περιοχή φάνηκαν το φθινόπωρο του 1943. Επρόκειτο για μια ολιγάριθμη, αλλά καλά οπλισμένη κι ενδεδυμένη με βρετανικά ρούχα διμοιρία του ΕΛΑΣ,[428] αλλά η παρουσία τους ήταν παροδική και σχεδόν ανεπαίσθητη. Μάλλον μόνο την ελίτ της Κερασιάς ανησύχησε προς στιγμήν (όχι όμως κι αργότερα που έμαθαν την εκτέλεσή του) το γεγονός της μεταφοράς από τους αντάρτες του πρώην κοινοτάρχη του όμορου οικισμού Αγία Παρασκευή Αθανασίου Παπαδόπουλου στην έδρα τους στα Βέντζια τη νύκτα της 16ης Ιανουαρίου 1944.[429] Το μεσημέρι της επόμενης ημέρας η παροδική ανησυχία των ολίγων μετετράπη σε αγωνία των πολλών, όταν πληροφορήθηκαν πως το 1/27 τάγμα (Παλαιολόγου) του ΕΛΑΣ[430] ολίγες ώρες νωρίτερα έκαψε δεκαπέντε περίπου οικίες στην όμορη Κάτω Κώμη[431] θεωρώντας τους κατοίκους συνεργούς των εθνικιστών –κατά μία μαρτυρία έριξαν και μωρό ενός εθνικιστή μέσα σε καιόμενη οικία, αλλά ο πατέρας του πρόλαβε να το τραβήξει έξω.[432] Δέκα ημέρες αργότερα οι ίδιοι αντάρτες πυρπόλησαν κι άλλα σπίτια της Κάτω Κώμης φονεύοντας τον εφημέριό της και μία γυναίκα. Ο κατοχικός Εμφύλιος Πόλεμος είχε αρχίσει.

Η αγωνία μετετράπη σε φόβο, αλλά στα πλαίσια των σχέσεων αίματος επιτροπή Κερασιωτών συνέλεξε τρόφιμα και ρουχισμό για να τα αποστείλει στους πυροπαθείς συγγενείς και κοντοχωριανούς τους της Κάτω Κώμης.[433] Η πράξη φυσικά ερμηνεύτηκε ως απομάκρυνση από τις αρχές του ΕΑΜ και φιλικότητα προς στο αντίπαλο στρατόπεδο των εθνικιστών και αντάρτες ήλθαν πάλι βράδυ στην Κερασιά και τα όμορα της Κάτω Κώμης χωριά καλώντας για μια μικρή ανάκριση[434] τον κοινοτάρχη Ιωάννη Καρακούλα και τον αγρονόμο Νικόλαο Παπαδημητρίου.

Έχοντας οι επαναστάτες πληροφορίες πως ο προϊστάμενος της Αγρονομίας Κοζάνης Νικόλαος Λεπτουργός,[435] κατ’ αυτούς ηγετικό στέλεχος της Εθνικοσοσιαλιστικής Οργανώσεως (ΕΣΟ) της πόλης,[436] θεώρησαν πως ο Παπαδημητρίου, υπάλληλος της Αγρονομίας, συνδεόταν και πολιτικά με τον αναφερόμενο αξιωματούχο. Ωστόσο, εν αντιθέσει με τον κοινοτάρχη Αθανάσιο Παπαδόπουλο που είχαν φονεύσει στα Βέντζια, τους δυο Κερασιώτες τους φυλάκισαν στο Δημοτικό Σχολείο Επταχωρίου Καστοριάς κατά μαρτυρίες (στον Πεντάλοφο κατά την άποψη του γράφοντος) μαζί με άλλους άνδρες της επαρχιώτικης διοικητικής ελίτ όπως τον κοινοτάρχη Αιανής Γρηγόριο Κοντό και το δάσκαλο του ιδίου οικισμού Χαρίσιο Σκανδέρη από την Καισαρειά, πρώην υψηλόβαθμο αξιωματούχο της τοπικής ΕΟΝ.[437] Αν δικάστηκαν από τον ΕΛΑΣ, είναι άγνωστο. Κατά προφορικές μαρτυρίες οι δύο Κερασιώτες δάρθηκαν με κοντά καυσόξυλα μέχρι αιματώσεως.[438] Έπειτα από συνομιλίες με στελέχη των ανταρτών επέστρεψαν στα χωριά τους,[439] αιτιολογώντας προφανώς το ζήλο τους υπέρ των Κατωκωμιτών με ανθρωπιστικά κι όχι πολιτικά κριτήρια. Φαίνεται πως το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ παρά τα ηχηρά λεγόμενα ήθελε να πάρει με το μέρος του την ελίτ της Ελληνικής Πολιτείας κι όχι να την εξολοθρεύσει. Πάντως έκτοτε αμφότεροι έδρευαν περισσότερο χρόνο στην Κοζάνη παρά στην Κερασιά.

Ο Απρίλιος του 1944 ήταν ο μήνας που συντάραξε εσωτερικώς την Κερασιά, μήνας που φονεύτηκαν δύο κάτοικοί της από τους Γερμανούς κι ως αντίποινα έτεροι δύο από τους αντάρτες. Πρώτη φορά γνώρισε το χωριό εχθρικό κλοιό, πράξη που κανείς τότε δεν είχε συνδυάσει με τη γερμανική εκκαθαριστική επιχείρηση εναντίον του όρους Βερμίου την ίδια μέρα.[440] Προς προφύλαξιν των νώτων τους, τα οποία ίσως κινδύνευαν από το εις Βέντζια εδρεύον τάγμα Παλαιολόγου του ΕΛΑΣ, Γερμανοί μαζί με οπλίτες του Εθνικού Ελληνικού Στρατού (ΕΕΣ) από το Σπάρτο και την Κάτω Κώμη περιέσφιξαν το σιωπηλό χάραμα της 22ης Απριλίου την Κερασιά. Η συμμετοχή των εθνικιστών στην επιχείρηση επιβεβαιώνεται από όλους τους ηλικιωμένους κατοίκους, οι οποίο γνώριζαν προσωπικά πολλούς από τους παρόντες, αλλά αποσιωπείται σε μεταπολεμικά επίσημα έγγραφα. Ένα από αυτά αγνοεί και την ακριβή χρονολογία των τεσσάρων φόνων, αφού τους κατέγραψε με τη δυσερμήνευτη σειρά αριθμών «21-8-4-1944».[441]

Όταν ο εχθρικός κλοιός έγινε αντιληπτός, ο μόνος που προσπάθησε να ξεφύγει ήταν ο ράπτης Ευάγγελος Γκουργκούτας, ο οποίος είναι άγνωστο αν σχετιζόταν με επαναστατικές ενέργειες. Κατέβηκε τρέχοντας προς το λάκκο αλλά πριν τον περάσει και βγει στη θέση Παλιόμυλους δέχτηκε πυρά από ψηλά.[442] Σύμφωνα με απόψεις κατοίκων οι θύτες του ήταν «Παουτζήδις», όπως λανθασμένα ονόμαζαν οι κάτοικοι τους Έλληνες αντικομουνιστές, μάλλον επειδή οπλίτης του ΕΕΣ ειδοποίησε δύο νεαρούς Κερασιώτες να μεταφέρουν τον βαρύτατα τραυματισμένο αγρότη στην πλατεία το χωριού. Ο βληθείς πέθανε όμως επί τόπου μόλις τον πρόσφεραν νερό που διακαώς ζητούσε.[443]

Οι άντρες είχαν περικλειστεί στην πλατεία του χωριού όπου οι Γερμανοί έχοντας εκ των προτέρων βέβαιες πληροφορίες απαίτησαν από τον αγρότη Ιωάννη Παπακωνσταντίνου ή Παπακώστα, ο οποίος κατά μία μαρτυρία είχε φύγει μία φορά από τα μεταλλεία Ροδιανής όπου εργαζόταν χωρίς άδεια,[444] να τους παραδώσει το όπλο που είχε θάψει στο χωράφι του στη θέση Κουρί. Το όπλο δεν ήταν δικό του, αλλά ενός Κοζανίτη καρβουνιάρη που το είχε δώσει στον αγρότη προς απόκρυψιν.[445] Τη συνοδεία λοιπόν Γερμανών και εθνικιστών το χωράφι οργώθηκε και το όπλο ανευρέθη.

Τότε ο κατηγορούμενος, ελαφρά δεμένος, προφανώς από εθνικιστή οπλίτη, σε επιτόπιο δέντρο, λύθηκε κι αποπειράθηκε να δραπετεύσει, αλλά πυροβοληθείς τραυματίστηκε βαριά κι εξέπνευσε στο νοσοκομείο Κοζάνης.[446] Κατά τον υιό του φονευθέντος οι Γερμανοί ζήτησαν ως νοσήλια από την οικογένεια του εκλιπόντος βόδια κι αυγά,[447] γεγονός που κατεγράφη μεταπολεμικώς ως λεηλασία «παρ’ αρχών Κατοχής».[448] Οι οικίες των δύο Κερασιωτών δεν πειράχτηκαν οπότε η αναγραφή σε επίσημη έκδοση ότι μία οικία της Κερασιάς είχε καταστραφεί ολοσχερώς επί Κατοχής[449] είναι αμάρτυρη. Η πιθανότητα να γλίτωνε ο Παπακώστας την κατοχή όπλου με φυλάκιση ήταν ελάχιστη, διότι οι Γερμανοί τιμωρούσαν την οπλοφορία (αργότερα εκτέλεσαν τις Κοζανίτισσες έφηβες αδελφές Ελένη και Ματίνα Ζήγρα για κατοχή πιστολιού),[450] αλλά υπήρχε ελπίδα να επέμβουν υπέρ του οι οπλίτες της Κάτω Κώμης.

Έξι μέρες αργότερα εισέβαλε βράδυ στην Κερασιά η Ομάδα Περιφρούρησης Λαϊκών Αγωνιστών (ΟΠΛΑ) της ΠΕ του ΚΚΕ Κοζάνης αναζητώντας τον δότη πληροφοριών για την οπλοκατοχή του φονευθέντος.[451] Αποχώρησαν έχοντας μαζί τους τον Θεόδωρο Γκουργκούτα, τον 21χρονο υιό του Ζήση. Ολίγον αργότερα άλλη ομάδα απαλλοτρίωσε και τα ζώα αμφοτέρων, 3 ίππους και 1 ημίονο.[452] Τι διαμείφθηκε μεταξύ των «αναρχικών στοιχείων» όπως κατεγράφησαν οι απαγωγείς στο ληξιαρχείο της κοινότητας και των απαχθέντων Κερασιωτών μέχρι το χωριό Χρώμιο όπου εκτελέστηκαν[453] δεν έγινε γνωστό. Προφορικές μαρτυρίες θεωρούν πως την κατοχή του όπλου κοινοποίησε σε ενόπλους αντικομουνιστές οπλίτες στενότατος συγγενής των απαχθέντων αφού υπέστη αφόρητο ξυλοδαρμό από Γερμανούς στα μεταλλεία Ροδιανής όπου εργαζόταν στις μεταφορές υποστηλωμάτων.[454]

Ωστόσο η πληροφορία στελέχους του ΕΑΜ Χρωμίου και άριστου γνώστη της κατάστασης ότι ο Θεόδωρος Γκουργκούτας είχε επαφές με τον ΕΕΣ,[455] επιτρέπει μιαν άλλη ερμηνεία, πως η μομφή ήδη υπήρχε, άρα το μέλλον τους ήταν κατά έναν τρόπο προκαθορισμένο. Η οικογένεια Γκουργκούτα θρηνούσε τρία θύματα στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα: τον βλάχικης καταγωγής Ζήση που έχει ήδη αναφερθεί, τον υιό του Θεόδωρο και τον συνονόματο εγγονό του πρώτου. Ίσως και τέσσερα, ο υιός του Ζήση Νικόλαος είχε πεθάνει μάλλον από κακουχίες 9ετής το 1927.[456]

Γιατί όμως οι αντάρτες παρόλο που διατυμπάνιζαν την υπεροχή του θεσμικού τους κράτους έναντι του αντίστοιχου της Ελληνικής Πολιτείας, εκτέλεσαν χωρίς δικαίωμα υπεράσπισης και μάρτυρες κατηγορίας, όχι τον θεωρούμενο ως υπεύθυνο, αλλά συγγενείς του;

Τρεις μήνες μετά τα γεγονότα η Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Κοζάνης μερίμνησε για τη συνταξιοδότηση της οικογένειας των εκτελεσθέντων από τους αντάρτες,[457] αλλά, αν το εξάμηνο που ακολούθησε έλαβε αυτή το υποσχεθέν βοήθημα, δεν έχει εξακριβωθεί. Η νέα αίτηση που κατέθεσε η χήρα του Θεοδώρου το 1946 δεν εγκρίθηκε.[458] Αρχάς Απριλίου 1949 η ίδια οικογένεια ζήτησε πάλι την αρωγή του κράτους αναφέροντας την πως «ελεηλατήθη το έτος 1944 υπό των συμμοριτών».[459] Αν έλαβε και τι, είναι άγνωστο.

Για τη σύνταξη της οικογένειας του φονευθέντος από τους Γερμανούς Ιωάννη Παπακώστα κι ενός βοηθήματος αργότερα χρειάστηκε μία πρώτη αίτηση το 1946,[460] ενώ για τον Ευάγγελο Γκουργκούτα δύο, το 1945[461] και το 1949.[462] Αμφότερες πάντως οι οικογένειες των φονευθέντων από τους Γερμανούς έλαβαν «δίπλωμα πολεμικής Συντάξεως αμάχου πληθυσμού».[463]

Οι εκτελέσεις των δύο Κερασιωτών μείωσαν την έχθρα, τον δισταγμό ή την αδιαφορία των κατοίκων ως προς τις εντολές του ΕΑΜ. Έτσι όταν καλέστηκε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ του χωριού για συμμετοχή σε ένοπλες επιχειρήσεις, μάλλον το Μάιο του 1944, έλαβαν μέρος οι Δημήτριος Καρακούλας, Ευάγγελος Τζελαπτσής, Χρήστος και Γεώργιος Τότσκας. Ο τελευταίος προσπάθησε να κρυφτεί στο σπίτι του κουνιάδου του στην Αιανή και να μην ακολουθήσει, αλλά τον ανακάλυψαν και ο «τρανός» ελασίτης Αλέκος, σιδεράς στο επάγγελμα, του ζήτησε ως αντιστάθμισμα της προσπάθειας διαφυγής 3 λίρες ή 3 γίδια. Αρνήθηκε και παραδόξως δεν του επεβλήθη καμία ποινή. Έπειτα μόνιμοι και εφεδρικοί αντάρτες βάδισαν ως την Άνω Κώμη συλλαμβάνοντας τον κοινοτάρχη (τον εκτέλεσαν μετά). Η επιχείρηση έληξε με κατάσχεση τυριού από μεγαλοκτηνοτρόφο της Μηλέας.[464]

Σε ευκαιριακές επιστρατεύσεις κατοίκων της Κερασιάς προχωρούσαν και αντίπαλοι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Την 15η Ιουνίου 1944 (κι όχι 1943 που αναγράφεται σε επιγραφή εξωκλησιού του ναού Αγίας Αναστασίας Αιανής)[465] ο ειρημένος Γεώργιος Τότσκας αναγκάστηκε να συμμετάσχει ως οδηγός σε πολυάριθμη επιδρομή προς την Αιανή που διενήργησαν οπλίτες του ΕΕΣ Κάτω Κώμης μαζί με «αούτα μι τα κόκκινα φέσια» όπως υποτιμητικά αποκαλούσαν οι γηγενείς τους τουρκόφωνους αντίστοιχους των πρώτων. Οι άτακτοι αντικομουνιστές φόνευσαν την ίδια μέρα τον Αιανιώτη Σωτήριο Γκαραλιό[466] θεωρώντας λανθασμένα ως αντάρτη και καταυλίστηκαν στο χωριό του θανόντος. Όπως ακριβώς και στην περίπτωση της προηγούμενης αναγκαστικής επιστράτευσής του από τον ΕΛΑΣ, ο Τότσκας κρύφτηκε πάλι σε φιλική του οικία. Όταν ανακαλύφτηκε η διαρροή, οι οπλίτες μάνιασαν και θα ήταν μακαρίτης αν για καλή του τύχη δεν τον προστάτευσαν οι εντόπιοι «Παουτζήδις» Ευάγγελος και Λάζαρος Νέστορας, Ιωάννης Ζυμάρας και Πάσχος Τούνας. Φεύγοντας προς τα μέρη τους οι οπλίτες τον επέτρεψαν να επιστρέψει στην Κερασιά.[467]

Ο αρχικά δέκαρχος και κατόπιν υπεύθυνος του ΕΑΜ Κερασιάς Ηλίας Καλλίνης κυβερνούσε την Κερασιά όταν άναβαν τα λυχνάρια ή τις ημέρες που δεν παρεπιδημούσαν στο χωριό Γερμανοί ή εθνικιστές οπλίτες, δηλαδή σχεδόν όλον τον καιρό. Παρακοή στις εντολές των υπευθύνων του ΕΑΜ λογιζόταν ως άρνηση συνεισφοράς στον επαναστατικό αγώνα κι επέφερε κυρώσεις. Είναι χαρακτηριστική η σχετική αφήγηση του Γεωργίου Τότσκα όπως έχει διασωθεί από τον γράφοντα για τον τρόπο επικοινωνίας του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, την επιβολή επαναστατικής δικαιοσύνης και την ευκολία επιστράτευσης πολιτών:

Ο Καλλίνης με δίνει μια μέρα έγγραφο να πάω στην Αγία Παρασκευή, στον Γιώργο Γκατζιούφα, βράδυ. Πάω, στο δρόμο συναντώ αντάρτες, κρύβομαι σε μια πουρναριά. Πλησιάζω στο χωριό, βλέπω μια ανοιχτή αχυρώνα. Πιο πριν βρίσκω τον τζιομπάνο Ζήση, με λέει είναι Γερμανοί στο χωριό. Πάω σπίτι, δίνω το σημείωμα. Έρχονται Γερμανοί, έλεγαν μπαντίτ. Ξαπλώνω στο δωμάτιο όπου ήταν η οικογένεια του Γκατζιούφα, με ξεσκεπάζουν οι Γερμανοί, ο Γκατζιούφας είχε κάνει στην Αμερική και τους μιλούσε. Γλίτωσα.

Πάω Κερασιά, δίνω παρών στον Ηλία. Με λέει αυτός «όπως είσαι πήγαινε στο Χρώμιο». «Δεν μπορώ, τον λέω, άσε με». Έρχεται ένα τάγμα ανταρτών με ανθυπολοχαγό τον Παπασωτήρη Αριστοτέλη από τη Μεταμόρφωση. [Με παίρνουν στη θέση Άγιος Παντελεήμονας] Τον λέει ο Ηλίας ότι παράκουσα την εντολή. Με δένουν τα χέρια πίσω και ξύλο! Τους λέω «κύριε συναγωνιστή»! Τι «κύριε συναγωνιστή» απαντούν αυτοί οργισμένοι! Θέλω να κατουρήσω, δεν μπορώ. Ευτυχώς ήξερα τη Βάια από τη Μεταμόρφωση, γυναίκα του Κωνσταντή [εξαδέλφη μου]. Είπα στον Αριστοτέλη ότι την ξέρω, αυτή γλίτωσε πολλούς. Με σπρώχνουν κάτω οι αντάρτες όπως ήμουν δεμένος, με δένουν τα μάτια, οπλίζουν να με σκοτώσουν. Επεμβαίνει ένας αντάρτης και λέει «τι είναι αυτά τα πράγματα, αφήστε τον»! Με αφήνουν, με δίνουν τουφέκι, καλός καιρός, βράδυ, και πάμε στην Κάτω Κώμη όπου φορτώνουμε λαχανικά αι άλλα είδη των Παοτζήδων…».[468]

Εαμοκρατία

Θεωρητικώς μόνον για την Κερασιά και για το σύνολο της περιοχής η περίοδος της Εαμοκρατίας έχει αφετηρία την 28η Οκτωβρίου 1944 που έφυγαν από την Κοζάνη οι Γερμανοί και τέλος την 28η Μαρτίου που εκκίνησε πάλι η κανονική αλληλογραφία της κοινότητας Κερασιάς. Πρακτικά εκτείνεται από το Μάρτιο του 1943 έως το Μάρτιο του 1945, τουλάχιστον δύο γεμάτα χρόνια. Το χωριό υπέκειτο στην κυριαρχία του ΕΑΜ, «μας είχαν κατειλημμέν(οι) τότις» σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες,[469] κάθε βράδυ και όλες τις ημέρες εκτός από τις ελάχιστες ώρες που έρχονταν στο χωριό Γερμανοί ή ένοπλοι αντικομουνιστές ή και οι δύο μαζί.

Έχει ήδη αναφερθεί αδρώς η οργάνωση του ΕΑΜ/ΚΚΕ. Ο Ηλίας Καλλίνης, ξένος κι όχι γέννημα του χωριού, ήταν υπεύθυνος του ΕΑΜ και πρόεδρος συνάμα του Λαϊκού Δικαστηρίου. Επίτροπος (εισαγγελέας δηλαδή) του ιδίου δικαστηρίου[470] και υπεύθυνος του ΚΚΕ χρημάτισε ο παντοπώλης Δημήτριος Καρακούλας, αδελφός του εθελοντή ελασίτη Βασιλείου. Στην ΕΠΟΝ εντάχθηκε ο Θωμάς Βόμβας. Στην ΕΤΑ η Ιωάννα Πατσιούρα,[471] η μοναδική γυναίκα, η οποία θεωρούταν κι αυτή ξένη, αφού καταγόμενη από την Αιανή είχε έρθει ως νύφη στην Κερασιά. Ο διαμοιρασμός αυτών των εξουσιών επισφραγίστηκε από το καλοκαίρι του 1944 κι εντεύθεν, αφού έως τότε η κατάσταση ήταν αρκετά επικίνδυνη για να εκτεθεί κανείς επιλέγοντας φανερή ένταξη σε στρατόπεδα. Αν στις 15 Κομματικές Οργανώσεις Βάσης του ΚΚΕ που αναφέρονται την ιδία εποχή στον Τσιαρτσιαμπά (στην πόλη της Κοζάνης δεν υπήρχε καμία)[472] συμπεριλαμβανόταν και η Κερασιά, είναι άδηλο.

Πάντως το χωριό μαζί με άλλα 12 ανήκαν στη μία από τις δύο τοπικές αχτίδες του ΚΚΕ[473] με γραμματέα τον 30χρονο αγρότη Σπύρο Ζυμάρα από την Κάτω Κώμη, ο οποίος κρίθηκε να επιμορφωθεί σε κομματική σχολή του ΚΚΕ στο Δημοτικό Σχολείο του Διλόφου Βοΐου.[474] Υπεύθυνος της ΕΠΟΝ Τσιαρτσιαμπά με το επαναστατικό παρωνύμιο Αγαθοκλής ήταν ο 21χρονος Αργύριος Τσέπουρας από την Άνω Κώμη, συμφοιτητής του Ζυμάρα στην ίδια σχολή,[475] ο οποίος αργότερα δεν κατατάχτηκε στο ΔΣΕ, επιλογή που ακολούθησαν και όλοι οι πρώην ελασίτες του χωριού του.[476] Ηγέτης των ανωτέρω, της Περιφερειακής δηλαδή Επιτροπής του ΚΚΕ Κοζάνης που αρχάς Σεπτεμβρίου 1944 καθώς οι Γερμανοί συμμαζεύονταν στην πόλη μετακόμισε την έδρα της στη Μεταμόρφωση ήταν ένας πρόσφυγας από το Κιλκίς, πρώην κρατούμενος της Ακροναυπλίας, που έφερε το ψευδώνυμο Άγγελος.[477]

Το Λαϊκό Δικαστήριο της Κερασιάς επόπτευε ο αγρότης Ευάγγελος Ντιντίνος από την Αιανή. Παρά τα λεγόμενα, όπως ακριβώς το «καθεστωτικό» Ειρηνοδικείο, ασχολούταν κι αυτό με υποδεέστερες υποθέσεις όπως λεκτικούς διαπληκτισμούς, καθορισμό συνόρων γης και αγροζημίες: τα πρόβατα του Παναγιώτη Τότσκα είχαν φάει μηλιές στη θέση Αϊ-Νάστασ(η) Αιανής οπότε ο πατέρας του πλήρωσε πρόστιμο. Όταν το κοπάδι του ποιμένα Αντωνίου Δεληγιάννη από τη Μηλέα μπήκε σε κερασιώτικο χωράφι, το Λαϊκό Δικαστήριο εξέδωσε ποινή 20 οκάδων σιτάρι το οποίο παραδόθηκαν στο λαϊκό επίτροπο.[478] Τα προβλήματα Κερασιάς και Μηλέας εστιάζονταν στη θέση Ίσιουμα και δεν είχαν λυθεί ούτε επί Εαμοκρατίας. Έπαυσαν αργότερα με το χωρισμό της θέσης σε δύο ίσα μέρη.[479]

Εννοείται πως όταν παγιώθηκε το ΕΑΜ ελάχιστοι είχαν τη διάθεση να προσφέρουν εθελοντικά πολλά γεννήματα ή ολόκληρα ζώα για τη διατροφή των ανταρτών οπότε η αναγκαστική επίταξη ήταν καθημερινό γεγονός. Όταν η οργάνωση του ΕΑΜ Κερασιάς ζήτησε για τον αγώνα το καλύτερα ταϊσμένο κατσίκι του ηλικιωμένου Ζήση Γκουργκούτα, ο ιδιοκτήτης αρχικά αρνήθηκε. Έπειτα όμως από σώφρονα συμβουλή του λαϊκού επίτροπου του χωριού «δώστου, γιατί θα στα πάρ(ει) όλα» ο υπεύθυνος του ΕΑΜ, ο Γκουργκούτας πείστηκε. Το προσέφερε λέγοντας: «πάρτου, κι να σι φάει κι σένα»![480]

Παρόμοια για την έλλειψη εθελοντισμού σκηνή εκτυλίχτηκε στην αυλή της Βασιλικής Τότσκα. Της ζητήθηκε από τον υπεύθυνο του ΕΑΜ να παραδώσει τενεκέ τυρί που είχε αποκρύψει, αλλά αρνήθηκε. Τον ανακάλυψε όμως έπειτα από κατάδοση ο ίδιος, στράγγισε με κόσκινο το τυρί σε ένα καζάνι κι αφήνοντας το τυρόγαλο απομακρύνθηκε με τις «μπλάνις». «Το ΄χου για τα πιδγιά μ’» διαμαρτυρόταν μάταια η γυναίκα.[481]

Οι αναφερόμενες κατασχέσεις έλαβαν προφανώς χώραν κατά την προετοιμασία των ανταρτών του ΕΛΑΣ εναντίον του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού συνδέσμου (ΕΔΕΣ) στην Ήπειρο, κατά την οποία επιστρατεύτηκαν για δέκα ημέρες και οι αρβυλοποιοί της Κοζάνης,[482] αφού η επίπονη μακρά πορεία είχε χρεία γερών υποδημάτων.

Εκτός από γεννήματα, λίρες και ζώα ο ΕΛΑΣ επιστράτευε κι ανθρώπους. Τον Οκτώβριο του 1944, λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί, ο ΕΛΑΣ κτύπησε τους οπλίτες του ΕΕΣ στον οικισμό Βαθύλακκος με βαρύτατες απώλειες του, τουλάχιστον 17 ονομαστικά καταγεγραμμένους νεκρούς. Στην επίθεση αυτή δεν χρεώθηκαν με θύματα οι εφεδροελασίτες της Κερασιάς, εν αντιθέσει με τους όμορούς της οικισμούς Αγία Παρασκευή, Αιανή, Μηλέα και Ροδιανή. Έπειτα μόνιμοι κι εφεδρικοί αντάρτες βάδισαν ως τα σύνορα της Φλώρινας με τη Γιουγκοσλαβία για να αντιμετωπίσουν τους αποσκιρτώντες από τον ΕΛΑΣ αυτονομιστές.

Επιστρέφοντας στο χωριό επιστρατεύτηκαν ξανά το Δεκέμβριο του ιδίου έτος εναντίον του ΕΔΕΣ φθάνοντας ως το χωριό Ρίγανη Αιτωλοακαρνανίας όπου σταμάτησαν μαθαίνοντας τη συνθηκολόγηση ΕΛΑΣ και Βρετανών. Αφού την εόρτασαν με αφειδείς πυροβολισμούς χαράς,[483] επανήλθαν το Φεβρουάριο του 1945 στην Κερασιά. Μαζί τους κι ο εθελοντής ελασίτης Βασίλειος Καρακούλας, ο οποίος προτίμησε να μετοικήσει παρά να καταταχτεί ολίγον αργότερα στο ΔΣΕ.

Τον επόμενο μήνα ο ΕΛΑΣ παρέδωσε τα όπλα. Την τήρηση της τάξης ανέλαβαν στα μέσα Μαΐου 1945[484] στρατεύματα της Εθνοφυλακής ερχόμενα από το Νότο, στελεχωμένα στη συντριπτική τους πλειοψηφία από εθνικιστές αξιωματικούς και πλαισιωμένα με ακροδεξιούς στρατιώτες που έπνεαν μένεα εναντίον του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.[485] Ξένοι σε αφιλόξενο περιβάλλον οι Εθνοφύλακες ενεχείρησαν όπλα σε πολίτες εμπιστοσύνης τους[486] πιέζοντας παράλληλα να εξοπλιστεί πάλι η Αγροφυλακή,[487] την οποία είχαν αφοπλίσει ήδη από το 1943 οι Γερμανοί, η φυσική σύμμαχος της κυβερνητικής ομάδας.

Καμία έγγραφη μαρτυρία για την περίοδο της Εαμοκρατίας δεν ευρέθη στην Κερασιά. Οι διαθέσιμες γραπτές πηγές της κοινότητας είχαν σιωπήσει από την 17η Ιουλίου του 1944 έως και την 27η Μαρτίου του επομένου έτους, περίοδος που το ΕΑΜ/ΚΚΕ διαφέντευε το χωριό. Όντας χωριό η Κερασιά έπαιρνε εντολές από την πόλη, η οποία έβριθε μεν από επαγγελματικά στελέχη του ΕΑΜ/ΚΚΕ (40 εξωκομματικά και 31 εσωκομματικά), αλλά διέθετε μόνον 200 μέλη στο ΚΚΕ.[488]

Συνεπώς δύο εκατοντάδες άνδρες αποτελούσαν μία ελάχιστη νησίδα στον ωκεανό γερμανόπληκτων, ιταλόπληκτων κι ανταρτόπληκτων προσφύγων που είχε κατακλύσει την πόλη της Κοζάνης. Και οι δημόσιες υπηρεσίες που τους έτρεφαν σήμαιναν παράλληλα ως αιτίους τους αντάρτες, ιδιαίτερα τους καθοδηγητές.

 

Άφιξη Αθήνας 1945

Το πρώτο έγγραφο της κοινότητας Κερασιάς την 28η Μαρτίου 1945, με πράσινο μελάνι ίσως επειδή το προηγούμενο γαλάζιο είχε επιταχθεί από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, αποστελλόταν στον οικονομικό έφορο Κοζάνης. Παρόλο που κατέγραφε αποβιώσαντες του προηγούμενου μηνός,[489] φανέρωνε την αρχή μιας περιόδου με τους χειμαζόμενους κατοίκους να προσδοκούν την αρωγή του ελληνικού κράτους, η οποία είχε σβήσει επί Εαμοκρατίας. Την ίδια ημέρα εστάλησαν κι αιτήσεις όσων είχαν χάσει συγγενείς τους, από τους Γερμανούς, τον ΕΕΣ ή τον ΕΛΑΣ.[490] Τον επόμενο μήνα υπεβλήθησαν δηλώσεις ζημιών επί Κατοχής,[491] αλλά η ανταπόδοση παρελκυόταν τουλάχιστον έως και το Μάρτιο του 1946[492] είτε για λόγους εκλογικής πελατείας είτε επειδή τα υψηλόβαθμα κρατικά στελέχη διένειμαν χρήμα σε όσους επιθυμούσαν κι όχι σ’ αυτούς που το είχαν πραγματική ανάγκη.

Θεωρώντας το κράτος μάνα εξ ουρανού, κάτι που προφανώς καλλιεργούσαν οι εξ Αθηνών διορισμένοι εκπρόσωποί του στην περιοχή, οι κάτοικοι της Κερασιάς εκτός των καθιερωμένων, τροφίμων για απόρους, σπόρων, άλατος και θειικού χαλκού για τα αμπέλια τους ζητούσαν και καύσιμη ύλη.[493] Ταυτοχρόνως εξασφαλιζόταν η υπακοή στα κελεύσματα της εξουσίας με την χορήγηση εξόδων παραστάσεως[494] και διοικήσεως στους κοινοτάρχες, ορισμένοι εκ των οποίων παρέμεναν αρκετά έτη στην εξουσία με εξέχον παράδειγμα την Κερασιά όπου ο νεοδιορισθείς το 1945 Κωνσταντίνος Παπακώστας[495] διακόνησε το χωριό έως τις αρχές τις δεκαετίας του ΄50.[496]

Ακόμη το μετακατοχικό κράτος προσέφερε πάλι μισθό στους κοινοτικούς υπαλλήλους[497] αυξάνοντάς τον 15% το Νοέμβριο του 1945[498] και 25% αρχάς 1947.[499] Η έκτακτη οικονομική ενίσχυση των κοινοτικών υπαλλήλων το Μάρτιο του ιδίου έτους[500] φανέρωνε την απόφαση του κράτους να τους δεσμεύσει στις αγκάλες του κι όχι να τους αφήσει έκθετους στην επιρροή των ανταρτών του ΔΣΕ.

Εκτός των οικισμών επιδείχτηκε φροντίδα από το κράτος στα μέσα του 1945 και για την ύπαιθρο χώρα, για τους αγροφύλακες. Θα αμείβονταν ενιαυσίως από τους κατοίκους «εις είδος οκάδες 700»,[501] ποσότητα που το κοινοτικό συμβούλιο της Κερασιάς, γνωρίζοντας τις πραγματικές δυνατότητες των κατοίκων μείωσε το επόμενο έτος σε 400 αντίστοιχες σίτου ομού κι αραβοσίτου.[502] Ο διορισμός από την άνοιξη του 1946 τακτικών αγροφυλάκων από την υπηρεσία της Αγροφυλακής κι όχι προσωρινών από την κοινότητα[503] από το ένα μέρος στεναχώρησε το Ζήση Τότσκα[504] που δεν διορίστηκε[505] κι από το άλλο συνεισέφερε στην έναρξη της συγκεντρωτικής πολιτικής της Αθήνας έναντι της υπαίθρου όπου είχαν σηκώσει τουφέκι ένοπλοι αρνητές, που μετονομάστηκαν σε λίγους μήνες σε ΔΣΕ.

Από το καλοκαίρι του 1945 άρχισαν να καλούνται έφεδροι αξιωματικοί κι οπλίτες της περιοχής για τη δημιουργία ελληνικού στρατού[506] κι ένας από αυτούς, ο 32χρονος σώγαμπρος στην Κερασιά Αστέριος Καραγιάννης από τη Λευκοπηγή, υπηρέτησε στον 4ο λόχο της 573 μονάδας.[507] Τον Οκτώβρη του 1946 επιστρατεύτηκαν αρκετοί για να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη πίεση των ανταρτών οπότε επεβλήθη προσωπική εργασία στους εναπομείναντες κατοίκους για την καλλιέργεια αγρών εφέδρων στρατιωτών[508] όπως είχε συμβεί και το 1940. Τα κρατικά επιδόματα[509] προς τους στρατευμένους πρώην πολίτες δεν ήταν αρκετά καθώς ο «τιμάριθμος της ζωής»[510] παρουσίαζε ανοδική πορεία.[511]

Ό,τι έφθανε στο χωριό από το Κέντρο Διανομών Κοζάνης, το οποίο προμήθευε η Ούνρα, το μοίραζε επιτροπή κατοίκων, μέλος της οποίας ήταν και ο εφημέριος.[512] Δωρεάν ήρθαν τον Ιούνιο του 1945 για πρώτη φορά 840 οκάδες αλεύρι για 210 άπορους ή πυροπαθείς.[513] Τον ελκυστικό πρόλογο ακολούθησε πραγματιστικό κυρίως θέμα, αφού τις επόμενες αφίξεις θα ελάμβαναν χωρίς αντίτιμο μόνον οι τελείως άποροι, ενώ οι ημιάποροι θα πλήρωναν τη μισή τιμή.[514]

Οι 170 μερίδες τροφίμων που προορίστηκαν για Κερασιώτες και Χτενιώτες τον Ιούλιο του ιδίου έτους,[515] δεν έχει διευκρινιστεί αν ήταν δωρεάν ή κατόπιν (μισού) αντιτίμου. Το ίδιο επίσης για το συμπυκνωμένο γάλα[516] βρεφών και παιδιών έως 7 χρονών,[517] τη ζάχαρη,[518] τα πυρεία (σπίρτα),[519] τον ιματισμό[520] και τα υποδήματα.[521] Τις μεταφορές των ειδών έως την Κερασιά πλήρωνε η κοινότητα, 5 δρχ. την οκά τον Αύγουστο του 1945 και διπλάσια τιμή το Σεπτέμβριο,[522] επειδή δυσκόλευε ο καιρός ή διότι αύξανε ο τιμάριθμος.

Η επίσκεψη Βρετανού λοχαγού, πιθανώς του εραστή της υπαίθριας ομορφιάς Τζέφρυ Τσάντλερ,  την 10 Δεκεμβρίου 1945 στην Κερασιά όπου μοίρασε ιδιοχείρως 20 δέματα σε πυροπαθείς κι απόρους κατοίκους[523] πιθανόν πραγματοποιήθηκε για να ιδωθεί ιδίοις όμμασιν η κατάσταση και να ληφθεί επαφή με αγρότες και ποιμένες που δεν είχαν τη δυνατότητα ή την επιθυμία να επισκεφτούν την Κοζάνη. Είχε ακούσει ο Τσάντλερ με τα ίδια του τα αυτιά παράπονα για τη διανομή των εφοδίων της Ούνρα,[524] τα οποία μεγέθυνε ο τύπος του ακόμη υπάρχοντος, παρόλο που είχαν φύγει οι Γερμανοί, ΕΑΜ. Τα παράπονα του πρώην υπευθύνου του ΕΑΜ Ηλία Καλλίνη τον Απρίλιο του 1946, δηλαδή μετά τις βουλευτικές εκλογές από τις οποίες μάλλον απείχε, κατά του κοινοτικού συμβουλίου και της επιτροπής διανομών Κερασιάς[525] ήταν πραγματικά ή μέρος της πολεμικής του ΕΑΜ εναντίον της κρατικής εξουσίας; Αυτά πιθανώς, ίσως μαζί και εσωτερικές τριβές της κυριαρχούσας ομάδας ήταν η αιτία που τον Ιούλιο του ιδίου έτους ανασυγκροτήθηκε η επιτροπή διανομών του χωριού.[526]

Κυρίως Εμφύλιος Πόλεμος

Τη μονοκρατορία του ΕΑΜ στην Κερασιά διαδέχτηκε από το καλοκαίρι του 1945 μέχρι να θεμελιωθεί η κρατική διοίκηση η αντίστοιχη αντικομουνιστικών αποσπασμάτων, στα οποία εντάχθηκαν κατατρεγμένοι από τον ΕΛΑΣ εντόπιοι και πρόσφυγες της περιοχής κι αυτοί που δεν επιθυμούσαν να καταταχθούν στο ΔΣΕ όπως ο 29χρονος Κωνσταντίνος Νιζάμης από το Χτένι, πρώην διαφωτιστής λόχου του ΕΛΑΣ.[527] Ακόμη όσοι θεώρησαν τη διένεξη ως ευκαιρία να εκδικηθούν για προσωπικούς λόγους συγχωριανούς ή άλλους ανεπιθύμητους κατ’ αυτούς άνδρες.

Παράδειγμα ως προς την τελευταία αιτία ένταξης: τρεις κάτοικοι του Σπάρτου, οι οποίοι συμμετείχαν στα αποσπάσματα, είχαν καταδώσει τον συγχωριανό τους Ιωάννη Αρσένη ως κάτοχο πολεμικού όπλου, μομφή αναληθής αφού ο κατηγορούμενος είχε αντιταχθεί ως προς τη βόσκηση και κάρπωση εκκλησιαστικών κτημάτων.[528] Την ωμή αυτή καθημερινότητα των πολλών επικάλυπτε η ρομαντική λέξη ιδεολογία όπως ακριβώς καλύπτεται σήμερα με παρόμοιες ηχηρές λέξεις η αγραμματοσύνη, η διαφθορά, η ανικανότητα  κι ο νεποτισμός.

Το αντικομουνιστικό απόσπασμα της περιοχής οδηγούσαν ο Χαρίσιος Τούνας από την Κάτω Κώμη κι ο Κωνσταντίνος Καρακώστας από το Σπάρτο,[529] αμφότεροι πυροπαθείς λόγω των επιθέσεων του ΕΛΑΣ και πρώην οπλίτες του ΕΕΣ,[530] γνωστοί στους κατοίκους της Κερασιάς –ο δεύτερος ήταν μάλιστα και καλός ψάλτης.[531] Ολίγον αργότερα οι ίδιοι άνδρες συγκρότησαν τις Μονάδες Αποσπασμάτων Διώξεως (ΜΑΔ) με διοικητή στο νομό Κοζάνης τον μοίραρχο Νικόλαο Παναγόπουλο[532] και τις Μονάδες Εκδίωξης Ανταρτών (ΜΕΑ),[533] τα μέλη των οποίων έφεραν στρατιωτικά ρούχα, βασιλική κορώνα στο δίκοχο κι άσπρα περιβραχιόνια με το γαλάζιο λογότυπο «Εθνικός Στρατός».[534] Οι ΜΑΔ και οι ΜΕΑ ελάμβαναν 100 δραχμές την ημέρα και 100 τη νύχτα κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων εναντίον των ανταρτών.[535]

Παρόλη τη μειωμένη μαχητική τους αξία οι ένοπλοι πολίτες, άριστοι γνώστες του τόπου τους, δυσκόλευαν υπέρμετρα τους αντάρτες. Κατά τις επισκέψεις τους στα χωριά ή για την απόκρουση της πολιτικής επικοινωνίας του ΔΣΕ χρησιμοποιούσαν αρκετές φορές βία[536] γι αυτό και σχεδόν όλοι οι ηγέτες τους χαρακτηρίζονταν στην κομουνιστική αλληλογραφία «εγκληματίες».[537] Ορισμένοι από τους αντικομουνιστές προσπαθούσαν να ανακτήσουν τη δική τους πρώτα (των συγγενών τους μετέπειτα) χαμένη οικοσκευή τους λαμβάνοντας από τους χωρικούς με το πρόσχημα έρευνας κρυμμένου οπλισμού ακόμη και γυναικεία ρούχα ή προίκες κοριτσιών.[538]

Όσοι (οι περισσότεροι) έμεναν σε δυσπρόσιτα χωριά όπου κυριαρχούσαν οι αντάρτες και δεν επιθυμούσαν να τους συνδράμουν μετακόμιζαν με τις οικογένειές τους για ασφάλεια στην πόλη της Κοζάνης. Έτσι ο πληθυσμός της αύξαινε με καταπληκτικούς ρυθμούς τόσο από παλαιούς χειμαζόμενους της Κατοχής όσο κι από νέους χωρικούς που εγκατέλειπαν εθελοντικά ή βιαίως τις οικίες τους για να ασφαλιστούν από τις επιθέσεις ή τις ανταρτικές επιστρατεύσεις.

Τροφοδοσία και φιλοξενία σε οικίες ή και δημοτικά σχολεία  όπως το 2ο του Αγίου Δημητρίου[539] παρέχονταν δωρεάν από το κράτος ενώ αρκετές ήταν οι ευκαιρίες εύρεσης ή αλλαγής επαγγέλματος καθώς η οικονομία και οι συναλλαγές είχαν απογειωθεί.

Τα αυτοκίνητα πλήθυναν τόσο στην πόλη το καλοκαίρι του 1947, ώστε ο Δήμος ψήφισε για πρώτη φορά τέλη στάθμευσης για την αποσυμφόρηση των οδών.[540] Δηλωτικά της ευημερίας ήταν η απόφαση του Δήμου Κοζάνης να αλλάξει τίτλο, διάρκεια και τόπο στην οκτωβριανή εμπορική πανήγυρη της πόλης: από «Αϊδιμίτρη –Παζάρ» να μετατραπεί σε πανήγυρις «Αγίου Δημητρίου», να διαρκεί από δύο πέντε ημέρες και να μεταφερθεί σε πιο ευρύχωρο μέρος όπου θα κατασκευαζόταν μόνιμα παραπήγματα για τους εκθέτες.[541]

Είναι άγνωστο πόσοι Κερασιώτες απείχαν από τις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου του 1946. Πολύ πιθανόν όμως ότι ήταν τουλάχιστον ένας, ο πρώην υπεύθυνος του ΕΑΜ Ηλίας Καλλίνης. Οι υπόλοιποι ψήφισαν όπως πάντα στην Αιανή[542] παρουσία λάβρων αντικομουνιστών στο γραφείο με τις κάλπες οπότε δεν είχαν τη δυνατότητα να στρέψουν την πλώρη τους, στην περίπτωση που πράγματι ήθελαν, στο Βορρά. Αν στα ορεινά χωριά της περιοχής όπως ο Βελβενδός, ο Μεταξάς ή το Τρανόβαλτο υπήρξε πίεση «ανατρεπτικών στοιχείων» για αποχή,[543] στα πεδινά σαν την Κερασιά έλαβε χώραν αντίστοιχη αντικομουνιστών όμως οπλιτών. Η σχετική αρωγή του βρετανικού στρατού στα τεκταινόμενα[544] δεν έχει προσδιοριστεί επακριβώς ούτε και η αντίστοιχη του Εθνικού Στρατού με τα 158 και 605 τάγματα της Εθνοφυλακής που ασφάλιζαν την περιοχή.[545]

Ουδεμία επίσης πληροφορία υπάρχει για τη συμμετοχή το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους των κατοίκων στο δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλιά (73,2% υπέρ στο νομό).[546] Αλλά καθώς ακόμα και πρώην εαμικά στελέχη όπως ο υπεύθυνος της ΕΠΟΝ Τσιαρτσιαμπά ψήφισαν, έστω και με τη βία,[547] γιατί να μην ψηφίσουν τα κατώτερα; Εκλογικό κέντρο για την Καισαρειά, την Κερασιά, τον Κήπο, το Σπάρτο, το Χτένι και το Χρώμιο ήταν η Αιανή.[548] Το Σπάρτο μπήκε εμβόλιμο στον κατάλογο για να εξασφαλιστεί με την παρουσία των οπλισμένων ενθέρμων μελών της Βασιλικής Εθνικής Νεολαίας (ΒΕΝ) του[549] ένα βολικό για την καθεστηκυία τάξη αποτέλεσμα όπως πράγματι (πράγματι με τόσο μεγάλο ποσοστό;) συνέβη.

Τη θέρμη της εποχής εξέφραζε απόφαση πως αν αναγραφόταν επάνω στα ψηφοδέλτια φράσεις όπως «Ζήτω ο Βασιλεύς» ή «Ζήτω η Δημοκρατία», θεωρούνταν αυτά έγκυρα.[550] Την αντικομουνιστική θέρμη ενίσχυε σίγουρα το κράτος μέσω τυπωμένων αφισών στην Κοζάνη όπως μία του «Κάστορος Δαναού» με τίτλο «ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΕΣ ΒΑΣΙΛΙΑ» και υμνητικούς στο βασιλιά στίχους:

κι όταν μακρά μας ήσουνα, ω εθνικό καμάρι,/ οχέντρες ξεσηκώθηκαν, φίδια φαρμακερά/ κομμουνισταί, αναρχικοί, λιάπηδες και βουλγάροι/ να φέρουνε ανείπωτη και μαύρη συμφορά.[551]

Δεν έχει ερευνηθεί ο αριθμός των κατοίκων της Κερασιάς που εντάχθηκαν στις ΜΑΥ, τις ΜΕΑ και τις ΜΑΔ. Πόσοι από αυτούς συμμετείχαν σε βραδινή μάχη που δόθηκε μεταξύ ανταρτών του Κέντρου Πληροφοριών του ΔΣΕ Μπούρινου[552] που επιχείρησε να διεισδύσει μία νύχτα στην Κερασιά και αποσπάσματος ΜΑΔ της Κάτω Κώμης που ευρισκόταν μέσα στο χωριό δεν έχει ξεκαθαριστεί. Η είσοδος απεσοβήθη μετά από ανταλλαγή πυρών, κατά την οποία φάνηκε η ανωτερότητα οπλισμού των ανταρτών, γερμανικά μυδράλια εναντίον ατομικών όπλων δεύτερης διαλογής. Οι αντάρτες διέφυγαν αφήνοντας μία κάπα και σφαίρες.[553]

Όλοι οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι, όπως επί Κατοχής, να αναφέρουν εμφανίσεις ανταρτών που υπέπιπταν στην αντίληψή τους. Αν πιστέψουμε το δάσκαλο της Κερασιάς, στην υπόθεση αυτή είχαν εμπλακεί και οι μαθητές του Δημοτικού, οι οποίοι από το 1947 κι εντεύθεν «παρέσχον διαφόρους πληροφορίας επί της διελεύσεως των συμμοριτών εκ του χωρίου», τις οποίες απαιτούσε ο Εθνικός Στρατός.[554] Το αναπάντητο ερώτημα είναι αν οι μαθητές κατέδιδαν ό,τι έβλεπαν από μόνοι τους ή αν τους υπενθύμιζε το ζήτημα ο δάσκαλος κάθε πρωί.

 

Κρατικές επιστρατεύσεις

Από τους πρώτους επιστρατεύτηκαν αρχάς 1948 στον Εθνικό Στρατό οι Γεώργιος Τότσκας κι Ευάγγελος Τζελαπτσής,[555] αμφότεροι πρώην εφεδροελασίτες κι εαμικό στέλεχος του χωριού ο δεύτερος. Άρα κάθε λεγόμενο για ολοσχερείς παραμερισμούς πρώην στελεχών του ΕΑΜ από το κράτος μετά το 1945, χρειάζεται σοβαρή τεκμηρίωση κι όχι γενικολογίες. Οι ειρημένοι προτίμησαν να αποφύγουν τον ΔΣΕ όπως ακριβώς είχαν πράξει αρκετοί πρώην ελασίτες[556] κι όλοι οι κάτοικοι της Κερασιάς, ανάμεσά τους κι ο εθελοντής αντάρτης του ΕΛΑΣ Βασίλειος Καρακούλας, ο οποίος υπηρετώντας στους Βρετανούς του Βιτσίου είχε ευκαιρίες να ανοίξει τα μάτια του περισσότερο από κάθε δεμένο στη γη του Τσιαρτσιαμπά αγρότη.

Το χωριό έστρεφε τα νώτα του στις προκλήσεις του βουνού δεχόμενο από την άνοιξη του 1947 συνεχείς κρατικές προσκλήσεις για επιστράτευση εφέδρων[557] όπως ο Αστέριος Καραγιάννης,[558] ο Δημήτριος Τότσκας,[559] ο Θωμάς Βόμβας,[560] ο Αθανάσιος Τζελαπτσής.[561] Στέλνονταν στα μέτωπα εξασφαλίζοντας τις οικογένειές τους με κρατικά επιδόματα,[562] ενώ οι αντίστοιχες των ανταρτών του ΔΣΕ ψωμολυσσούσαν.

Το επόμενο έτος κλητεύθηκαν εν ηλικία στρατεύσεως όντες όπως ο Παρασκευάς Τζελαπτσής που υπηρέτησε στο 619 ΤΠ.[563] Στρατιώτες κι αντάρτες εκτίθονταν αρχικά σε ίδιους κινδύνους, αργότερα όμως με την ενεργή υποστήριξη των ΗΠΑ η ζυγαριά των απωλειών έγειρε προς το μέρος του ΔΣΕ. Στους αγώνες τραυματίστηκε ο Αθανάσιος Τζελαπτσής στο Κάμενικ[564] κι έπεσε εναντίον των οχυρωμένων υψωμάτων Αμμούδα κι Αλεβίτσα του Γράμμου ο 26χρονος στρατιώτης Αθανάσιος Β. Καρακούλας της 73ης ταξιαρχίας, αφήνοντας τη γυναίκα του Ευαγγελία μία πολεμική σύνταξη[565] κι έναν πολεμικό σταυρό Γ΄ τάξεως.[566] Ο ήρωας της Κερασιάς εκ μέρους του Στρατού.

Η κοινότητα είχε προσανατολιστεί σοβαρά στην υπόθεση εναντίον των ανταρτών, ώστε παραμελούσε γραφειοκρατικά καθήκοντά της προς τη Νομαρχία όπως π.χ. οι πίνακες αποβιωσάντων από το 1947 έως και το 1950.[567] Στο πλευρό του Στρατού συμμετείχαν ακόμη κι έφηβοι όπως ο 13χρονος Ευάγγελος Παπακώστας που μαζί με άλλους φορτώνοντας στα γαϊδουράκια του κουραμάνα την πήγαιναν ως την Ποντινή Βενζίων όπου υπήρχε για ένα διάστημα καταυλισμός στρατιωτών.[568]

Ήταν η πρώτη φορά που το Μάιο του 1947 οι κάτοικοι των παρόδιων οικισμών Κοζάνης –Χρωμίου, ανάμεσά τους και οι Κερασιώτες, ζητούσαν από το Νομάρχη αυτοκίνητο γραμμής για μετακίνησή τους από και προς την πόλη της Κοζάνης.[569] Το έπραξαν αυτό για να μειώσουν το κόστος μεταφοράς των τροφίμων της Ούνρα ή επειδή συνηθίζοντας τα στρατιωτικά οχήματα που περνούσαν μέσα από το χωριό θέλγονταν από τις ανέσεις του πολιτισμού; Μήπως και για να λαμβάνουν τάχιστα τα βοηθήματα που το κράτος διαφήμιζε πως θα παρείχε σε κάθε «συμμοριόπληκτο»[570] όπως αναφέρονταν επίσημα οι πληγέντες από τους αντάρτες κάτοικοι;

Αν εφαρμόστηκαν καινοτομίες όπως η κατασκευή υδραγωγείου[571] και η απολύμανση των αυλακών που έρρεαν στο χωριό,[572] είναι άδηλο. Δεν έχουμε επίσης ουδεμία πληροφορία αν και πόσα «κορίτσια από ηλικίας 9 -17 ετών» της Κερασιάς αγόρασαν από την επιτροπή διανομών Κοζάνης «κομπιναιζόν κοντό καινουργές» που εκτιμούταν 4.200 δρχ. όσο περίπου ένα μεταχειρισμένο μάλλινο παιδικό σακάκι.[573] Μάλλον κανένα στο ανδροκρατούμενο χωριό.

Υπήρχε πάντως γενική ευφορία από τη δωρεάν ή ελαττωμένης τιμής τροφοδοσία, καθώς για έναν μόνο μήνα, τον Ιούνιο του 1949, η Κερασιά είχε να λαμβάνει από την Ούνρα 762 οκάδες σίτο, γέννημα αξίας 2.038.400 δρχ.[574]

Με την αμερικανική οργάνωση προσπάθησε να συμπορευτεί ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1946 η ελληνική Κοινωνική Πρόνοια διορίζοντας σε κάθε χωριό δική της επιτροπή.[575] Φαίνεται όμως πως κι εκεί υπήρξαν δυσαρμονίες, καθώς η τοπική της επιτροπή στην Κερασιά ανασυγκροτήθηκε ακριβώς έπειτα από δύο έτη.[576]

 

Τίτλοι τέλους

Ο στρατός το τελευταίο έτος του κυρίως Εμφυλίου Πολέμου πύκνωσε τα στρατιωτικά οχήματα περιορίζοντας τους αντάρτες του ΔΣΕ κι αυξάνοντας τις ταχύτητες του πολέμου με αποτέλεσμα οι αντάρτες να στενοχωρηθούν τόσο από τρόφιμα όσο κι από άνετη κίνηση. Για την τροφή τους άρχισαν τότε να απαλλοτριώνουν κοπάδια ζώων, αλλά ευρισκόμενη η Κερασιά υπό την προστασία των αποσπασμάτων της Κάτω Κώμης και τη Χωροφυλακή της Αιανής, προτιμούσαν ευκολότερη λεία. Από το Χτένι απαλλοτρίωναν ορισμένο αριθμό ή και ολόκληρα κοπάδια τον Ιανουάριο του 1949, εις βάρος π.χ. της χήρας Αικατερίνης Παρασκευά.[577]

Για να αναβαθμίσει την ταχύτητά του ο ΔΣΕ κατάφερε να υφαρπάσει την 12η Ιουνίου του 1948 μία φοράδα από τον Αθανάσιο Καρακούλα.[578] Αρχάς του επομένου έτους διπλασίασε την επιτυχία λαμβάνοντας τη φοράδα του Ιωάννη Γκουργκούτα[579] και τον επόμενο ενθυλάκωσε ένα μουλάρι του Δημητρίου Καρακούλα,[580] ο οποίος υπηρετούσε στα Γρεβενά.[581] Επιτυχίες για τα μάτια μπροστά στα τερατώδη αυτοκίνητα του Εθνικού Στρατού. Τι ακριβώς έλαβαν από τον Αχιλλέα Καραγιάννη,[582] δεν έγινε γνωστό. Ταυτόχρονα προέβησαν σε βίαιες επιστρατεύσεις νεαρών από το Χτένι, όπως ο Νικόλαος Τζιοβάρας, για τον οποίο ο πατέρας του δήλωσε για να μην υποστεί συνέπειες πως «τυγχάνει εθνικόφρων».[583] Πράγματι ο νεαρός δεν συμπαθούσε την αντάρτικη ζωή και ξεφεύγοντας της προσοχής επέστρεψε πίσω.[584]

Ωστόσο τα απαλλοτριωθέντα ζώα φόρτου κουβαλούσαν αθόρυβα από απίθανα δρομολόγια αντιαρματικές νάρκες. Τέτοιας λογής προφανώς νάρκη πάτησε αυτοκίνητο του ζωέμπορου Ιωάννη Καρακούλα έξω από το Τσοτύλι στις 25 Ιουλίου του 1948 με αποτέλεσμα να τραυματιστεί βαριά και να τελευτήσει στο νοσοκομείο Κοζάνης όπου είχε μεταφερθεί.[585] Ήταν γεγονός που είχε οικτρές επιπτώσεις στην οικογένειά του, αλλά ατομικό.

Το επόμενο παρόμοιο μπορούσε να οδηγήσει σε γενικές παρεκτροπές: όχημα στρατιωτικής φάλαγγας που ερχόταν από το Χρώμιο προσέκρουσε σε ανταρτική νάρκη στη θέση Άι-Νικόλας της Κερασιάς. Την έβαλε αντάρτης του ΔΣΕ από τη Λευκοπηγή ισχυρίζονται κάτοικοι της Κερασιάς. Σύμφωνα με προφορικές πηγές φονεύτηκαν τότε ή τραυματίστηκαν βαριά 5 στρατιώτες. Τους μαινόμενους συναδέλφους των που θεώρησαν τους Κερασιώτες υπαίτιους καταπράυνε ο εφημέριος του χωριού.[586]

Έτερη ανταρτική νάρκη στη θέση Σμάρ(ι) δεν ενέπλεξε την Κερασιά, αλλά την Αγία Παρασκευή, με αποτέλεσμα κάτοικός της θεωρούμενος ως συμμετέχων να δαρθεί αρκετά από τους ενόπλους αντικομουνιστές της περιοχής.[587] Ο ωμός ναρκοπόλεμος είχε ως αποτέλεσμα άνδρες από κάθε χωριό να περιπολούν αναγκαστικά στους δρόμους προς ανακάλυψιν του ύπουλου όπλου. Όταν τις έβλεπαν, έβαζαν πέτρες γύρω για να τις αποφεύγουν κάρα κι αυτοκίνητα κι ανέμεναν το στρατό.

Την ήττα των ανταρτών του ΔΣΕ τον Αύγουστο του 1949 ακολούθησαν αλλαγές στο κοινοτικό συμβούλιο της Κερασιάς. Ολίγον αργότερα έφυγε κι ο ληξίαρχος λαμβάνοντας την πένα και το μελανοδοχείο μαζί του. Ο αντικαταστάτης του έγραψε με μολύβι λιγότερες από εννέα πράξεις πριν παρατήσει ημιτελές το πρωτόκολλο την 12η Δεκεμβρίου 1949. Η πυκνή αλληλογραφία της κοινότητας με το κράτος των Αθηνών (225 καταγραφές το 1946, 81 το 47, 99 το 48 και 57 το 49) που σχετίζονταν στην πλειονότητά της με την αντιμετώπιση των ανταρτών του ΔΣΕ,[588] είχε κοπάσει.

Μια πρωτόφαντη ηρεμία διαδεχόταν τη δεκάχρονη καταιγίδα.