Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου, 2026

Η Μάχη της Μπάρας: Σαράντα χρόνια διαμάχης ανάμεσα σε Κορυφή και Μόρφη Βοΐου

0 comment 4 minutes read

Η Μάχη της Μπάρας: Σαράντα χρόνια διαμάχης ανάμεσα σε Κορυφή και Μόρφη Βοΐου

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΟΡΥΦΙΩΤΩΝ
Του Τάκη Τολίδη

Στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 η μικρή Κορυφή ζούσε με μια παλιά πληγή που δεν έκλεινε εύκολα. Απέναντί της, λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, βρισκόταν η Μόρφη. Τα δύο χωριά είχαν από χρόνια μια διαμάχη πεισματάρικη, σχεδόν κληρονομική. Αφορμή ήταν μια λουρίδα γης στα σύνορά τους, ένας τόπος που οι παλιοί ονόμαζαν Μπάρα.
Η Μπάρα δεν ήταν απλώς ένα χωράφι. Ήταν ένας τόπος ζωντανός, εύφορος, σχεδόν ευλογημένος για τους ανθρώπους της υπαίθρου. Την άνοιξη τα χορτάρια ψήλωναν ως το γόνατο και το πράσινο απλωνόταν σαν χαλί. Αγριολούλουδα ξεπρόβαλλαν ανάμεσα στις πέτρες, και το πρωί η δροσιά γυάλιζε πάνω τους σαν μικρά κρύσταλλα. Από την άκρη της περνούσε το ποτάμι — όχι μεγάλο, μα σταθερό, με νερό καθαρό που κυλούσε ήρεμα, σαν να ψιθύριζε ιστορίες μέσα στους βράχους.
Για τους χωρικούς αυτό σήμαινε ζωή.
Εκεί έβοσκαν τα κοπάδια τους.
Εκεί έπιναν νερό τα ζώα τους.
Εκεί έβρισκε ανάσα η γη.
Και όταν μια γη δίνει ζωή, κανείς δεν τη χαρίζει εύκολα.
Έτσι η Μπάρα έγινε μήλο της έριδος. Οι άντρες των δύο χωριών τσακώνονταν στα καφενεία, αντάλλασσαν βαριές κουβέντες στις αγορές και κάθε τόσο η υπόθεση έφτανε μέχρι τα δικαστήρια. Φάκελοι, χαρτιά, σφραγίδες και υπογραφές — κι όμως τίποτα δεν τελείωνε.
Στην Κορυφή τότε πρόεδρος του χωριού ήταν ο Ζέρβας, που όλοι τον φώναζαν Κιαρατένιο. Δυναμικός άνθρωπος, με τραχιά φωνή και βλέμμα που είχε μάθει να διατάζει. Δίπλα του στεκόταν ο αντιπρόεδρος, ο Φώτης Παπαγεωργίου — ο γνωστός σε όλους Σκύλαρος. Άντρας λιγομίλητος, με πυκνό μουστάκι και βλέμμα που έδειχνε πως προτιμούσε τις πράξεις από τα λόγια.
Κάποια στιγμή οι δυο τους σκέφτηκαν έναν διαφορετικό δρόμο.
Η μητέρα μου, που καταγόταν από την Καρδίτσα, είχε έναν ξάδερφο: τον Θωμά Μόσιαλο. Εκείνη την εποχή υπηρετούσε ως ειρηνοδίκης στη Νεάπολη Κοζάνης.
Έναν άνθρωπο των νόμων.
Έναν άνθρωπο με κύρος.
Οι αρχές της Κορυφής πλησίασαν λοιπόν τη μητέρα μου. Με ευγένειες, χαμόγελα και λόγια προσεκτικά ζυγισμένα. Της ζήτησαν να καλέσει τον ξάδερφό της στο χωριό, να τον φιλοξενήσουν και να του μιλήσουν για το ζήτημα της Μπάρας.
Ίσως… αν έριχνε μια καλή κουβέντα.
Ίσως… αν έδειχνε λίγη κατανόηση.
Λίγο γλείψιμο, άλλωστε, δεν έβλαψε ποτέ κανέναν.
Έτσι κανονίστηκε η συνάντηση.
Θυμάμαι ακόμη τη σκηνή σαν εικόνα από παλιά ελληνική ταινία. Το δωμάτιο μικρό, με βαριά ξύλινα έπιπλα και ένα τραπέζι στο κέντρο. Το φως έμπαινε από το παράθυρο θαμπό, κουβαλώντας μαζί του μυρωδιές από χώμα και καπνό.
Οι τρεις άντρες κάθονταν αντικριστά.
Ο ειρηνοδίκης κομψός, με καθαρό πουκάμισο και ήρεμο βλέμμα. Μιλούσε με τρόπο μετρημένο, σχεδόν αστικό.
Απέναντί του ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος — άνθρωποι του χωραφιού, με χέρια σκληρά και πρόσωπα χαραγμένα από τον ήλιο.
Αφού αντάλλαξαν χειραψίες και τυπικές κουβέντες, οι άνθρωποι της Κορυφής άρχισαν να εξηγούν την υπόθεση.
Μιλούσαν με πάθος.
Με κινήσεις των χεριών.
Με τη φωνή τους να ανεβοκατεβαίνει.
Για αυτούς η Μπάρα δεν ήταν απλώς μια γη. Ήταν δικαιοσύνη, ιστορία, τιμή.
Ο ειρηνοδίκης άκουγε ήρεμα, γνέφοντας πότε πότε.
Κάποια στιγμή έβαλε το χέρι στην τσέπη του σακακιού του και έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα. Το άνοιξε με μια κομψή κίνηση και το ακούμπησε στο τραπέζι.
Ήταν Παλλάς.
Καινούργια μάρκα τότε. Με φίλτρο. Σχεδόν πολυτελές για τα μέτρα των χωριών.
Οι δικοί μας ήταν μαθημένοι αλλιώς.
Τσιγάρα άφιλτρα — Έθνος κόκκινο, πεντάρια.
Και καμιά φορά τα έπαιρναν και χύμα από το περίπτερο, τυλιγμένα πρόχειρα σε χαρτί.
Ο ειρηνοδίκης τους κέρασε.
Οι δύο χωριανοί πήραν από ένα με φανερή ευχαρίστηση. Ήταν σαν μικρή τιμή, σαν ένδειξη φιλοξενίας.
Μόνο που… κανείς τους δεν είχε ξανακαπνίσει τσιγάρο με φίλτρο.
Χωρίς δεύτερη σκέψη το έβαλαν στο στόμα.
Ανάποδα.
Και άρχισαν να προσπαθούν να το ανάψουν… από τη μεριά του φίλτρου.
Η σκηνή κράτησε λίγα δευτερόλεπτα, μα φάνηκε αιώνας.
Ο ειρηνοδίκης το παρακολουθούσε αποσβολωμένος.
Έπειτα δεν άντεξε.
Ξέσπασε σε γέλια.
Ένα γέλιο αυθόρμητο που γέμισε το δωμάτιο.
Ο Κιαρατένιος και ο Σκύλαρος κατάλαβαν αμέσως το λάθος τους. Σταμάτησαν, κοίταξαν τα τσιγάρα τους και για μια στιγμή η αμηχανία πάγωσε τον αέρα.
Τα γύρισαν γρήγορα από την άλλη πλευρά, προσπαθώντας να σώσουν την αξιοπρέπειά τους, ενώ ο ειρηνοδίκης συνέχιζε να γελά.
Το δωμάτιο μύριζε καπνό, ντροπή και ανθρώπινη αφέλεια.
Η υπόθεση της Μπάρας όμως δεν τελείωσε εκεί.
Η διαμάχη ανάμεσα στα δύο χωριά συνεχίστηκε για πολλά χρόνια ακόμη. Χαρτιά άλλαζαν χέρια, δικηγόροι μπαινόβγαιναν στα δικαστήρια και οι φάκελοι πλήθαιναν.
Σχεδόν σαράντα χρόνια κράτησε αυτή η ιστορία.
Μια ολόκληρη εποχή.
Τελικά η δικαστική διαμάχη έφτασε στο τέλος της με μια απόφαση που έκλεισε έναν κύκλο δεκαετιών: η Μπάρα αναγνωρίστηκε δικαστικά ως γη της Κορυφής.
Και έτσι, ύστερα από σαράντα περίπου χρόνια καβγάδων, δικαστηρίων και πείσματος, η Κορυφή δικαιώθηκε.
Όμως η ιστορία εκείνης της συνάντησης —με τα ανάποδα τσιγάρα και τα γέλια του ειρηνοδίκη— έμεινε να τη θυμούνται οι παλιοί σαν μια μικρή, ανθρώπινη στιγμή μέσα σε μια μεγάλη και μακρόχρονη διαμάχη.

Leave a Comment

Ταυτότητα Ιστοσελίδας:
Σαλακίδης Ιωάννης – Ατομική Επιχείρηση

ΑΦΜ: 046450157, ΔΟΥ ΚΟΖΑΝΗΣ

Δ/νση Έδρας: Ζαφειράκη 3, ΤΚ 0100 Κοζάνη

Email: info@efkozani.gr

Τηλ. 24610-25112

Ιδιοκτήτης, νόμιμος εκπρόσωπος και διευθυντής: Σαλακίδης Ιωάννης

Διευθύντρια Σύνταξης: Μαρία Τσακνάκη

Διαχειριστής: Σαλακίδης: Ιωάννης

Δικαιούχος του ονόματος τομέα (domain name): Σαλακίδης Ιωάννης

Efkozani logo

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Διαβάστε περισσότερα