55
Ο Νίκος και το χωριό που τον περίμενε
Γεννήθηκε το 1939, παραμονές ενός πολέμου που θα εσκίαζε την Ελλάδα και θα σημάδευε για χρόνια τις ζωές των ανθρώπων της. Ο Νίκος Ζήκος ήρθε στον κόσμο σε μια εποχή που η φτώχεια δεν ήταν λέξη· ήταν καθημερινότητα. Σε μια εποχή που τα παιδιά δεν προλάβαιναν να ζήσουν την παιδική τους ηλικία. Μεγάλωναν γρήγορα, γιατί η ζωή το απαιτούσε.
Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στο Δημοτικό της Κορυφής. Μα εκείνο το σχολείο δεν ήταν απλώς ένα σχολείο. Ήταν ένα μικρό κομμάτι μιας Ελλάδας πληγωμένης, που προσπαθούσε να ξανασταθεί στα πόδια της. Ο Εμφύλιος είχε φέρει στην Κορυφή κατοίκους από τα γύρω χωριά και μαζί τους είχαν έρθει και τα παιδιά. Οι αίθουσες γέμιζαν ασφυκτικά. Παιδικές φωνές, πρόσωπα άγνωστα, οικογένειες ξεριζωμένες προσωρινά από τον τόπο τους. Ένα ολόκληρο χωριό είχε γίνει καταφύγιο μιας εποχής που δεν ήξερε ακόμη αν θα ξημερώσει ειρήνη.
Και μέσα σε εκείνη τη δύσκολη πραγματικότητα ήρθαν και τα πρώτα συσσίτια.
Κάθε πρωί, πριν αρχίσει το μάθημα, τα παιδιά περίμεναν για λίγο γάλα, ένα κομμάτι ψωμί και λίγο κίτρινο τυρί. Για τα σημερινά μάτια ίσως μοιάζουν ελάχιστα. Για εκείνα τα παιδιά ήταν θησαυρός. Ήταν η μικρή ζεστασιά μέσα σε μια μεγάλη εποχή στέρησης. Ήταν η γεύση που έμεινε στη μνήμη, όχι μόνο για το φαγητό, αλλά γιατί κουβαλούσε μέσα της ολόκληρη την παιδική ηλικία.
Και ύστερα το σχολείο τελείωσε.
Τα όνειρα δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν. Τη θέση τους πήρε η ανάγκη.
Χωράφια, ζώα, μεροκάματα όπου υπήρχε δουλειά. Από το πρώτο φως μέχρι να πέσει το σκοτάδι. Τα χέρια του έμαθαν να δουλεύουν πριν ακόμη προλάβει να μάθει η καρδιά του να ζητά. Έσκυψε πάνω από τη γη, πάλεψε με τον μόχθο και έβαλε τη δική του δύναμη στην υπηρεσία της οικογένειας.
Έτσι ήταν εκείνη η γενιά.
Δεν μιλούσε πολύ για τις δυσκολίες της. Τις κουβαλούσε.
Ώσπου ήρθε η ώρα του στρατού. Κι όταν τελείωσε κι αυτός ο σταθμός, γύρισε στην Κορυφή. Ήταν μόλις είκοσι τριών χρόνων όταν παντρεύτηκε. Νέος ακόμη, με όλη τη ζωή μπροστά του και με μια γυναίκα δίπλα του, έτοιμος να ανοίξει το δικό του κεφάλαιο.
Μα η ζωή δεν του υποσχέθηκε εύκολους δρόμους.
Τον Ιούνιο του 1963, νιόπαντρος ακόμη, πήρε μαζί με τη γυναίκα του τον δρόμο της ξενιτιάς.
Πίσω έμεναν η Κορυφή, οι γονείς, τα αδέλφια, οι συγγενείς, οι φίλοι, οι αυλές και οι δρόμοι που είχαν μεγαλώσει μαζί του. Μπροστά τους ένας άγνωστος τόπος. Η Γερμανία.
Δεν έφυγαν επειδή ήθελαν να φύγουν.
Έφυγαν επειδή έπρεπε.
Και η ξενιτιά έχει πάντα το ίδιο τίμημα: δουλειά και νοσταλγία.
Δούλευαν και οι δύο. Σκληρά. Έκαναν οικονομίες. Στέρησαν από τον εαυτό τους πράγματα που άλλοι θεωρούσαν αυτονόητα. Κάθε μάρκο που έμπαινε στην άκρη δεν ήταν απλώς οικονομία. Ήταν ένα μικρό κομμάτι από την επιστροφή. Ήταν ένα βήμα πιο κοντά στην πατρίδα.
Δεκαέξι χρόνια.
Δεκαέξι ολόκληρα χρόνια μακριά από τον τόπο τους.
Χρόνια δουλειάς, κούρασης, στερήσεων, αλλά και μιας σιωπηλής υπόσχεσης: κάποτε θα γυρίσουμε.
Και γύρισαν.
Γιατί όσο μακριά κι αν ταξιδέψει ο άνθρωπος, υπάρχει μέσα του ένας τόπος που δεν τον εγκαταλείπει ποτέ.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, μαζί με τον αδελφό του άνοιξαν την «ΑΡΓΩ», στον κεντρικό δρόμο της Κοζάνης. Μια καφετέρια που έφερε κάτι διαφορετικό. Έναν καινούργιο αέρα. Έναν χώρο που γρήγορα έγινε σημείο συνάντησης και αγαπημένο στέκι πολλών Κοζανιτών.
Η «ΑΡΓΩ» άνθισε.
Και μέσα από αυτήν ο Νίκος δημιούργησε ξανά. Έστησε τη δική του μικρή ιστορία στην πόλη. Μέχρι το 2000, όταν ήρθε η ώρα της συνταξιοδότησης και άφησε πίσω του το μαγαζί που είχε γίνει κομμάτι της ζωής του.
Όμως υπήρχε κάτι που δεν άφησε ποτέ πίσω.
Η Κορυφή.
Η Κορυφή ήταν πάντα εκεί.
Σαν φως αναμμένο στο βάθος. Σαν μια πόρτα που δεν έκλεισε ποτέ. Όσο ήταν στη Γερμανία, κάθε καλοκαίρι επέστρεφε. Όταν ζούσε στην Κοζάνη, κάθε ευκαιρία τον έφερνε ξανά στο χωριό. Γιατί κάποιοι τόποι δεν είναι απλώς τόποι. Είναι οι άνθρωποί μας. Είναι οι παιδικές μας φωνές. Είναι οι γονείς μας. Είναι τα πρώτα μας βήματα. Είναι όλα όσα χάθηκαν και όλα όσα δεν θέλουμε να χάσουμε.
Κι έτσι, μετά τη συνταξιοδότησή του, έκανε αυτό που ίσως η καρδιά του ζητούσε μια ολόκληρη ζωή.
Γύρισε στην Κορυφή.
Όχι για λίγες μέρες.
Για επτά ολόκληρους μήνες κάθε χρόνο.
Από τις αρχές Απριλίου μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου, η ζωή του έχει ξανά χρώμα χωριού. Ο Νίκος δεν έμαθε ποτέ να κάθεται. Το πρωί θα τον βρεις στους μπαξέδες του. Με τα χέρια στη γη, όπως τότε που ήταν παιδί. Σκαλίζει, φυτεύει, ποτίζει, περιποιείται τα λαχανικά του.
Ίσως τελικά η ζωή να έκανε έναν μεγάλο κύκλο.
Το παιδί που κάποτε δούλευε στα χωράφια για να βοηθήσει την οικογένειά του, γύρισε ύστερα από μια ολόκληρη ζωή για να ξαναπιάσει τη γη με τα χέρια του — αυτή τη φορά όχι από ανάγκη, αλλά από αγάπη.
Και το απόγευμα, όταν η μέρα χαμηλώνει και οι σκιές μεγαλώνουν στα σοκάκια του χωριού, έρχεται η ώρα της παρέας.
Η τετράδα φτάνει από νωρίς στο καφενείο.
Οι καρέκλες παίρνουν τις θέσεις τους. Το τραπέζι γίνεται πάλι σημείο συνάντησης. Η «βίδα» αρχίζει. Οι κουβέντες μπλέκονται με τα πειράγματα, τα γέλια με τις αναμνήσεις. Κι εκεί, ανάμεσα στους φίλους, ο χρόνος μοιάζει να σταματά.
Εκεί δεν υπάρχει πια η Γερμανία.
Δεν υπάρχουν τα χρόνια της ξενιτιάς.
Δεν υπάρχουν τα δύσκολα μεροκάματα, οι στερήσεις, οι αποστάσεις.
Υπάρχει μόνο η παρέα.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο μεγάλο κέρδος μιας ολόκληρης ζωής.
Να μπορείς, ύστερα από τόσους δρόμους, τόσες δυσκολίες, τόσες αναχωρήσεις και επιστροφές, να κάθεσαι ένα απόγευμα στο καφενείο του χωριού σου και να αισθάνεσαι πως είσαι ακριβώς εκεί όπου πρέπει να είσαι.
Ο Νίκος ταξίδεψε πολύ.
Έζησε δύσκολα χρόνια. Μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια, δούλεψε από παιδί, φόρεσε τη στολή του στρατιώτη, παντρεύτηκε, πήρε τον δρόμο της ξενιτιάς, έζησε δεκαέξι χρόνια στη Γερμανία, δημιούργησε την «ΑΡΓΩ» στην Κοζάνη και άφησε το δικό του αποτύπωμα στην πόλη.
Μα στο τέλος, όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους που έχουν βαθιές ρίζες, γύρισε εκεί απ’ όπου ξεκίνησε.
Στην Κορυφή.
Γιατί η πατρίδα δεν είναι πάντα εκεί όπου έζησες τα περισσότερα χρόνια.
Είναι εκεί όπου η καρδιά σου αναγνωρίζει τον εαυτό της.
Και για τον Νίκο αυτή η αναγνώριση είχε πάντα ένα όνομα.
Κορυφή.
Το χωριό των παιδικών του χρόνων.
Το χωριό της μνήμης.
Το χωριό της επιστροφής.
Το δικό του λιμάνι.
Εκεί όπου κάθε άνοιξη ξαναγυρίζει η ζωή του.
Εκεί όπου η γη τον περιμένει στους μπαξέδες και οι φίλοι του στο καφενείο.
Εκεί όπου, ύστερα από μια ολόκληρη ζωή γεμάτη δρόμους, ξενιτιά και αγώνα, ο Νίκος μπορεί επιτέλους να κάθεται ήσυχος και να λέει μέσα του:
«Γύρισα… Εδώ είναι το σπίτι μου.»
Βασίλης Παπαδημούλης









