Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου, 2026

ΣΙΣΙΟΝ – ΚΟΖΑΝ ΚΙΛΙΚΙΑΣ. Σταύρου Π. Καπλάνογλου

0 comment 47 minutes read

ΣΙΣΙΟΝ / ΚΟΖΑΝ ΚΙΛΙΚΙΑΣ Sis , Siskia , Flavias ,ή Flaviopolis. Sissu. Kozan mQōzān

Σταύρου Π. Καπλάνογλου Ιστορικού ερευνητή

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το Κοζάν (τουρκικά: Kozan), γνωστό ιστορικά ως Σις (αρμενικά: Sis), είναι πόλη στην επαρχία Αδάνων της Κιλικίας, στη νοτιοανατολική Τουρκί Η Σις ήταν η πρωτεύουσα του Αρμενικού Βασιλείου της Κιλικίας, η σημερινή Σις (αρχαία πόλη), που σήμερα ονομάζεται Κοζάν Καλέσι, χτίστηκε σε μια μακριά βραχώδη κορυφογραμμή στο κέντρο της σύγχρονης πόλης

ΘΕΣΗ

Βρίσκεται στους πρόποδες των Αντιταύρων, βόρεια της πεδιάδας της Κιλικίας . Βρίσκεται 68 χιλιόμετρα βορειοανατολικά των Αδάνων, στο βόρειο τμήμα της πεδιάδας Τσουκούροβα. Ο ποταμός Κιλγκέν, παραπόταμος του Τσεϊχάν, ρέει μέσα από το Σίσιον και διασχίζει την πεδιάδα νότια στη Μεσόγειο. Τα βουνά του Ταύρου υψώνονται απότομα πίσω από την πόλη.

ΟΝΟΜΑ

Διαχρονικά ονόματα : Σίσιον, Sision , Sis , Siskia , Flavias ,ή Flaviopolis.Sis Սիս կամ Sissu. Kozan mQōzān

Το παλαιότερο γνωστό όνομα είναι Sis ή Siskia. Υπό τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ονομαζόταν για ένα διάστημα Flavias ή Flaviopolis.

Η ελληνική εκδοχή του παλαιότερου ονόματος, Σίσιον Sision, επανήλθε σε χρήση κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο.

Στα αρμενικά, ονομάζεται Sis Սիս կամ Sissu. Το Κοζάν (οθωμανικά τουρκικά: λατινικά: qōzān) ήταν αρχικά το όνομα της διοικητικής περιφέρειας στην οποία ανήκε η πόλη Sis. Αυτό το όνομα προέρχεται από τη δυναστεία Qōzānoğlu των ντερεμπέηδων που έλεγχαν την περιοχή από το 1689 έως το 1865.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ

1. Sissu (Η αρχαιότερη ρίζα)

Το Sissu (ή Sisu) θεωρείται η αρχέγονη, προ-ελληνική και προ-ρωμαϊκή ονομασία της πόλης. Εμφανίζεται για πρώτη φορά σε αρχαία ασσυριακά κείμενα. Η ακριβής ετυμολογία της λέξης χάνεται στα βάθη των αρχαίων ανατολικών γλωσσών (πιθανώς χεττιτικής ή λουβικής προέλευσης), αλλά αποτέλεσε τη βάση για όλα τα μεταγενέστερα ονόματα.

2. Φλαβιόπολις (Flaviopolis) ή Φλαβιάς (Flavias)

Πρόκειται για καθαρά ρωμαϊκό όνομα που σημαίνει «Η Πόλη του Φλαβίου».

Κατά τη ρωμαϊκή αρχαιότητα (πιθανότατα επί αυτοκράτορα Βεσπασιανού, ο οποίος ανήκε στον Οίκο των Φλαβίων, ή πόλη επανιδρύθηκε ή μετονομάστηκε προς τιμήν της αυτοκρατορικής οικογένειας. Στα βυζαντινά εκκλησιαστικά κείμενα αναφέρεται συχνά ως Φλαβιάς.

3. Σίσιον (Sision), Sis, Siskia ή Սիս (Sis)

Μετά τη ρωμαϊκή περίοδο, η πόλη επέστρεψε στην αρχική της γηγενή ονομασία (Sissu), η οποία εξελληνίστηκε ως Σίσιον (ή Σισκία).

Το όνομα Sis καθιερώθηκε παγκοσμίως όταν η πόλη έγινε η λαμπρή πρωτεύουσα του αρμενικού βασιλείου της Κιλικίας (1198–1375). Στα αρμενικά γράφεται Սիս. Υπήρξε το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο των Αρμενίων (έδρα του Καθολικάτου της Κιλικίας) για αιώνες.

4. Kozan ή mQōzān

Η σύγχρονη ονομασία έχει τουρκική προέλευση. Η επικρατέστερη ετυμολογική εκδοχή συνδέει τη λέξη με την παλαιά τουρκική λέξη quzan/kozlan, η οποία σημαίνει «φωλιά του γερακιού» ή «οχυρωμένο/υψηλό πέρασμα», υποδηλώνοντας τη γεωγραφική της θέση στους πρόποδες του Ταύρου, κάτω από το επιβλητικό της κάστρο.

Το όνομα καθιερώθηκε από την τουρκική δυναστεία των Κοζανογλουράτων (Kozanoğulları), η οποία κυβέρνησε την περιοχή ως ημιαυτόνομο εμιράτο από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα. Η γραφή mQōzān αποτελεί την οθωμανική/αραβική μεταγραφή της ίδιας λέξης.

Υπάρχει η εκδοχή της προέλευσης από την Καρυδιά =Κάζα μια εκδοχή που έχει αναφερθεί και για την προέλευση της ονομασίας της Μακεδονικής πόλης Κοζάνη.

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

Τα αναλυτικά φορολογικά κατάστιχα των Οθωμανών δείχνουν ότι η Σις, παρά την τουρκική κατάκτηση, διατήρησε για αιώνες τον χαρακτήρα της ως χριστιανική/αρμενική πόλη.

Αν και το Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας είχε καταλυθεί από το 1375, η πόλη παρέμεινε η επίσημη έδρα του Καθολικάτου της Κιλικίας (της αρμενικής εκκλησίας).

Στα πρώτα οθωμανικά κατάστιχα, η συντριπτική πλειονότητα των φορολογούμενων κατοίκων της πόλης καταγράφεται ως χριστιανοί. Ακόμη και στις αρχές του 20ού αιώνα (πριν από τα γεγονότα του 1915), από τους περίπου 8.000 κατοίκους της Σις, οι 5.600 ήταν Αρμένιοι, οι οποίοι έλεγχαν το εμπόριο και τις βιοτεχνίες, ενώ οι μουσουλμάνοι (Τουρκμένοι νομάδες) κατοικούσαν κυρίως στα γύρω χωριά και στα βουνά του Ταύρου.]Στο σαντζάκι της Σις (Kozan), οι χριστιανοί ήταν σχεδόν αποκλειστικά Αρμένιοι (περίπου 43% του πληθυσμού , περίπου 5.600 σε 8.000 κατοίκους), ). Οι Ρωμιοί εκεί ήταν ελάχιστοι (κυρίως έμποροι ή διοικητικοί υπάλληλοι).

Αντίθετα, οι Ρωμιοί ήταν συγκεντρωμένοι στα παράλια και στις μεγάλες πόλεις της Κιλικίας. Για παράδειγμα, στα περίχωρα της Μερσίνης, τα οθωμανικά αρχεία καταγράφουν ολόκληρα αμιγώς ελληνικά χωριά, με πιο χαρακτηριστικό το Χριστιανοχώρι (επίσημα στα οθωμανικά έγγραφα ως Hıristiyanköy ή Gâvurköy)

Αλλαξε δραματικά μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Γενοκτονία των Αρμενίων.

Με την πολίτικη που εφαρμόσθηκε ενάντια των Αρμενίων και όχι μόνον. ακόμα και πριν από τον από τον πόλεμο εξαφανίσθηκαν

Με τη Συνθήκη της Λοζάνης (1923), οι εναπομείναντες Ελληνορθόδοξοι (Καππαδόκες/Καραμανλήδες) της περιοχής, όπως και όλοι οι Έλληνες της ενδοχώρας της Τουρκίας, υποχρεώθηκαν να μετακινηθούν στην Ελλάδα. 

ΙΣΤΟΡΙΑ

. Σύμφωνα με τα οθωμανικά φορολογικά αρχεία, η πεδιάδα της Κιλικίας (Çukurova) και ιδιαίτερα η περιοχή της Σις ήταν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής βαμβακιού και μεταξιού στην Εγγύς Ανατολή.

Οι κάτοικοι φορολογούνταν βαριά για τη συγκομιδή και το εμπόριο των κουκουλιών μεταξοσκώληκα, τα οποία στα τουρκικά ονομάζονται koza.

Επομένως, ακόμα και αν το όνομα Kozan επιβλήθηκε αργότερα από τη δυναστησία των Κοζάνογλου, η ίδια η λέξη koza (κουκούλι) κυριαρχούσε στα οθωμανικά εμπορικά έγγραφα της πόλης για αιώνες ως το βασικότερο εξαγώγιμο προϊόν της.

1. Η Διοικητική Κατάταξη: Το Rum Milleti

Στην οθωμανική γραφειοκρατία, όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί που υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο καταγράφονταν ως μέλη του Rum Milleti (του «Γένους των Ρωμαίων»). Στην Κιλικία, οι Ρωμιοί υπάγονταν πνευματικά στο Πατριαρχείο Αντιοχείας (και συγκεκριμένα στη Μητρόπολη Ταρσού και Αδάνων).

2. Οι δύο κατηγορίες Ρωμιών στα αρχεία της Κιλικίας

Τα οθωμανικά αρχεία χωρίζουν ουσιαστικά τους Ρωμιούς της περιοχής σε δύο ομάδες:

Οι γηγενείς, Αραβόφωνοι Ρωμιοί: Στις νότιες και ανατολικές περιοχές της Κιλικίας (προς την Αντιόχεια και την Αλεξανδρέττα), τα αρχεία καταγράφουν ορθόδοξους πληθυσμούς που είχαν ως μητρική γλώσσα τα αραβικά αλλά διέθεταν πλήρη ελληνική/ρωμαίικη συνείδηση. Αυτοί αποτελούσαν τη συνέχεια των αρχαίων βυζαντινών πληθυσμών της Συρίας και της Κιλικίας.

Οι Καππαδόκες και οι Μικρασιάτες Ρωμιοί: Στα αρχεία του 18ου και 19ου αιώνα, καταγράφεται ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα Ρωμιών προς την Κιλικία. Ήταν κυρίως τουρκόφωνοι Έλληνες (Καραμανλήδες) από την Καππαδόκεια και ελληνόφωνοι από το Αιγαίο και την Κύπρο, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στα μεγάλα αστικά και εμπορικά κέντρα της Κιλικίας (Άδανα, Μερσίνη, Ταρσό) λόγω της οικονομικής έκρηξης από το εμπόριο βαμβακιού και μεταξιού.

3. Η γεωγραφική κατανομή: Γιατί δεν υπήρχαν πολλοί Ρωμιοί στη Σις;

Αν κοιτάξουμε τις επίσημες οθωμανικές απογραφές (όπως αυτή του 1893):

Στο σαντζάκι της Σις (Kozan), οι χριστιανοί ήταν σχεδόν αποκλειστικά Αρμένιοι (περίπου 43% του πληθυσμού). Οι Ρωμιοί εκεί ήταν ελάχιστοι (κυρίως έμποροι ή διοικητικοί υπάλληλοι).

Αντίθετα, οι Ρωμιοί ήταν συγκεντρωμένοι στα παράλια και στις μεγάλες πόλεις της Κιλικίας. Για παράδειγμα, στα περίχωρα της Μερσίνης, τα οθωμανικά αρχεία καταγράφουν ολόκληρα αμιγώς ελληνικά χωριά, με πιο χαρακτηριστικό το Χριστιανοχώρι (επίσημα στα οθωμανικά έγγραφα ως Hıristiyanköy ή Gâvurköy).

ΠΡΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Η προ-ελληνική και προ-ρωμαϊκή περίοδος της Sissu (ή Sisu) μας μεταφέρει στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού και την Εποχή του Σιδήρου. Μέσα από τις ανασκαφές στην Κιλικία και τα κρατικά αρχεία των μεγάλων αυτοκρατοριών της Ανατολής (Χετταίων και Ασσυρίων), αντλούμε εξαιρετικά σημαντικές πληροφορίες για την πόλη πριν αυτή αποκτήσει τα ελληνικά ή ρωμαϊκά της ονόματα:

Το επιβλητικό Κάστρο της Kozan (Sis Kalesi), οι αρχαιολόγοι έχουν εντοπίσει ότι στα θεμέλιά του, κάτω από τα αρμενικά και βυζαντινά τείχη, υπάρχουν ίχνη κατοίκησης που ξεκινούν από το 3000 π.Χ. (Πρώιμη Εποχή του Χαλκού). Οι επιγραφές και τα θραύσματα που έχουν βρεθεί μαρτυρούν ότι η τοποθεσία είχε πάντα τον ίδιο σκοπό: να προστατεύει τους κατοίκους από τις επιδρομές των μεγάλων αυτοκρατοριών που συγκρούονταν στην πεδιάδα της Κιλικίας.

Η Sissu δεν ήταν απλώς ένας οικισμός, αλλά ένα στρατηγικό οχυρό στους πρόποδες του Ταύρου. Τα αρχαία κείμενα δείχνουν ότι η πόλη έλεγχε ένα από τα σημαντικότερα περάσματα (τις Κιλίκιες Πύλες ή τα ορεινά περάσματα προς τη Συρία). Όποιος ήθελε να μεταφέρει στρατό ή εμπορεύματα από την κεντρική Ανατολία (Μικρά Ασία) προς τη Μεσοποταμία και τη Φοινίκη έπρεπε να περάσει από την επικράτειά της.

ΧΕΤΤΑΙΟΙ ν (14ος – 13ος αιώνας π.Χ.)

Κατά την περίοδο αυτή, η Κιλικία ονομαζόταν Kizzuwatna (Κιζουβάτνα) και αποτελούσε ανεξάρτητο βασίλειο που αργότερα έγινε υποτελές των Χετταίων. Τα αρχαιολογικά ευρήματα στους γύρω λόφους (Höyük) δείχνουν ότι η Sissu χρησίμευε ως οχυρωμένο παρατηρητήριο της αυτοκρατορίας των Χετταίων. Η περιοχή παρήγαγε ξυλεία από τα δάση του Ταύρου, η οποία ήταν πολύτιμη για τη ναυπηγική και τις κατασκευές στην άνυδρη Μέση Ανατολή.

ΑΣΣΥΡΙΟΙ.

(8ος – 7ος αιώνας π.Χ.)

Η πιο ξεκάθαρη και συγκλονιστική γραπτή ιστορική πληροφορία για τη Sissu έρχεται από τα ασσυριακά χρονικά (επιγραφές σε σφηνοειδή γραφή).

Σύμφωνα με την Encyclopaedia Britannica και τα αρχεία του Ασσύριου βασιλιά Ασουρμπανιπάλ (Ashurbanipal), η Sissu ήταν η έδρα ενός τοπικού ηγεμόνα (πρίγκιπα). Ο ηγεμόνας της Sissu συμμάχησε με τον πρίγκιπα της διπλανής πόλης Kundu (η αρχαία Κύνδα) και με Φοίνικες επαναστάτες, επιχειρώντας να αποτινάξουν τον σκληρό ασσυριακό ζυγό. Η εξέγερση αυτή καταπνίγηκε στο αίμα, αλλά η καταγραφή της αποδεικνύει ότι η Sissu διέθετε τότε δική της πολιτική οντότητα, στρατό και ηγεσία.

ΠΕΡΣΕΣ (6ος – 4ος αιώνας π.Χ.)

Πριν φτάσει ο Μέγας Αλέξανδρος στην περιοχή (το 333 π.Χ. με την περίφημη Μάχη της Ισσού), η Κιλικία βρισκόταν υπό την κατοχή της Περσικής Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Στην περσική περίοδο, η Sissu ανήκε στην ημιαυτόνομη σατραπεία της Κιλικίας. Οι Πέρσες επέτρεπαν στους ντόπιους ηγεμόνες (που έφεραν τον τίτλο Συέννεσις) να κυβερνούν, αρκεί να πλήρωναν φόρους. Η Sissu κατά την περίοδο αυτή λειτουργούσε ως αγροτικό και οικονομικό κέντρο συλλογής των φόρων της ενδοχώρας, καθώς η γύρω πεδιάδα (Çukurova) ήταν εξαιρετικά εύφορη.

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Η περίοδος που μεσολαβεί από την έλευση του Μεγάλου Αλεξάνδρου (333 π.Χ.) μέχρι την ενσωμάτωση της πόλης στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και το Βυζάντιο αποτελεί την εποχή του πλήρους εξελληνισμού της Sissu. Κατά τη διάρκεια αυτών των αιώνων, η αρχαία ανατολική πόλη μεταμορφώνεται σε ένα οργανωμένο ελληνικό αστικό κέντρο.

Το 333 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος εισέρχεται στην Κιλικία μέσω των Κιλικίων Πυλών. Πριν από την ιστορική Μάχη της Ισσού Αλέξανδρος απελευθέρωσε ολόκληρη την περιοχή από τους Πέρσες.

Η Sissu, λόγω της στρατηγικής της θέσης στους πρόποδες του Ταύρου, λειτούργησε ως βάση υποστήριξης των μακεδονικών δυνάμεων. Ο Αλέξανδρος εγκατέστησε στην Κιλικία φρουρές από Μακεδόνες και Έλληνες στρατιώτες, ξεκινώντας τη διαδικασία του γλωσσικού και πολιτισμικού εκτουρκισμού/εξελληνισμού της περιοχής.*Η Ελληνιστική Περίοδος:

*Σελευκίδες (3ος – 2ος αιώνας π.Χ.)

Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου και τους πολέμους των Διαδόχων, η Κιλικία πέρασε στον έλεγχο της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών (των Ελλήνων βασιλέων της Αντιόχειας).

Η Sissu αναδιοργανώθηκε σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα. Απέκτησε αγορά, βουλευτήριο, θέατρο και ναούς αφιερωμένους στους θεούς του Ολύμπου (κυρίως στον Δία και τον Απόλλωνα, που συχνά ταυτίζονταν με παλαιότερες τοπικές θεότητες). Η παλαιά διάλεκτος της Κιλικίας υποχώρησε πλήρως και η Ελληνιστική Κοινή έγινε η επίσημη γλώσσα της διοίκησης, του εμπορίου και της καθημερινής ζωής.

ΠΕΙΡΑΤΕΣ

κατά τον 2ο αιώνα π.Χ., η εξουσία των Σελευκιδών εξασθένησε και η Κιλικία έγινε άντρο των περίφημων Κιλίκων Πειρατών. Η Sissu, προστατευμένη στους πρόποδες των βουνών, υπέφερε από τις επιδρομές τους στην πεδιάδα, πράγμα που ανάγκασε τους κατοίκους να ενισχύσουν τις οχυρώσεις του κάστρου τους.

ΡΩΜΑΙΟΙ (1ος αι. π.Χ. – 4ος αι. μ.Χ.)

Η ρωμαϊκή παρουσία ξεκινά το 67 π.Χ., όταν ο Ρωμαίος στρατηγός Πομπήιος συνέτριψε τους Κίλικες πειρατές και μετέτρεψε την Κιλικία σε ρωμαϊκή επαρχία.

Η γέννηση της Φλαβιοπόλεως: Το σημείο καμπής για την πόλη έρχεται κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Φλαβίων αυτοκρατόρων (Βεσπασιανός, Τίτος, Δομιτιανός) τον 1ο αιώνα μ.Χ. Η πόλη επανιδρύεται επίσημα ως Φλαβιόπολις (Flaviopolis) ή Φλαβιάς.

Pax Romana και Ανάπτυξη: Υπό τη ρωμαϊκή ειρήνη, η Φλαβιόπολις απέκτησε το δικαίωμα να κόβει τα δικά της χάλκινα νομίσματα (τα οποία έφεραν την ελληνική επιγραφή ΦΛΑΒΙΟΠΟΛΕΙΤΩΝ και την εικόνα του Διονύσου ή του Τυχερού της πόλης). Έγινε σημαντικός σταθμός της ρωμαϊκής οδού που ένωνε την Ταρσό με την Αντιόχεια.

ΒΥΖΑΝΤΙΟ (4ος – 11ος αιώνας)

Με τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Φλαβιόπολις πέρασε στο Βυζάντιο (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) και εντάχθηκε στην επαρχία Κιλικία Δευτέρα.

Η Εκκλησιαστική Έδρα: Η πόλη εκχριστιανίστηκε πολύ νωρίς και έγινε έδρα Επισκοπής (υπαγόμενης στη Μητρόπολη Ανazarbus).

Στα βυζαντινά εκκλησιαστικά αρχεία και στα «Συνέκδημα» του Ιεροκλέους, η πόλη αναφέρεται πλέον σταθερά ως Φλαβιάς ή Σίσιον.

Βυζαντινοί επίσκοποι από τη Φλαβιάδα συμμετείχαν σε μεγάλες Οικουμενικές Συνόδους (όπως στη Χαλκηδόνα το 451 μ.Χ.).

Τα Σύνορα της Αυτοκρατορίας:

Από τον 7ο έως τον 10ο αιώνα, η Κιλικία μετατράπηκε σε μια διαρκή εμπόλεμη ζώνη («τα Θέματα των Θυμάτων») ανάμεσα στο Βυζάντιο και το Αραβικό Χαλιφάτο. Η Σίσιον άλλαξε χέρια πολλές φορές, καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε, μέχρι που ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς απελευθέρωσε οριστικά την Κιλικία το 965 μ.Χ.

ΑΡΜΕΝΙΟΙ

Για να κρατήσουν την Κιλικία ασφαλή από τις αραβικές επιδρομές, οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες άρχισαν να μεταφέρουν και να εγκαθιστούν στην περιοχή Αρμένιους στρατιώτες και ευγενείς από τα ανατολικά σύνορα, στους οποίους παραχωρούσαν γαίες και κάστρα. Αυτή ακριβώς η βυζαντινή στρατηγική άνοιξε τον δρόμο ώστε, μετά την κατάρρευση της βυζαντινής άμυνας το 1071 (Μαντζικέρτ), οι Αρμένιοι της Κιλικίας να ανεξαρτητοποιηθούν και να μετατρέψουν τη Σις στην ένδοξη πρωτεύουσα του δικού τους Βασιλείου.

Η μεταφορά των Αρμενίων στην Κιλικία και η νομισματοκοπία της πόλης (από τους Ρωμαίους της Φλαβιοπόλεως έως τους Αρμένιους βασιλείς της Σις) αποτελούν δύο στενά συνδεδεμένα κεφάλαια της μικρασιατικής ιστορίας.

Η εγκατάσταση των Αρμενίων στην Κιλικία δεν έγινε ξαφνικά, αλλά υπήρξε αποτέλεσμα της βυζαντινής γεωπολιτικής στρατηγικής κατά τον 10ο και 11ο αιώνα:

Μετά τις νίκες του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά επί των Αράβων το 965 μ.Χ., η Κιλικία ερημώθηκε. Οι Βυζαντινοί, για να ξαναζωντανέψουν την περιοχή και να δημιουργήσουν μια «ανθρώπινη ασπίδα» στα σύνορα, κάλεσαν και εγκατέστησαν χιλιάδες χριστιανούς Αρμένιους από τα ανατολικά, παραχωρώντας τους κτήματα και τη φύλαξη των ορεινών κάστρων.

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ

: Όταν η βυζαντινή άμυνα κατέρρευσε μετά τη Μάχη του Μαντζικέρτ (1071) και οι Σελτζούκοι Τούρκοι εισέβαλαν στην Αρμενία,

Κύματα Αρμενίων προσφύγων και ευγενών κατέφυγαν στην προστατευμένη Κιλικία.

και Αρμένιοι ευγενείς (η δυναστεία των Ρουπενιδών) σταδιακά ανεξαρτητοποιήθηκαν από το Βυζάντιο.

Το 1198 ιδρύθηκε επίσημα το Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας. Η Σις (Sis) επιλέχθηκε ως η λαμπρή πρωτεύουσα του κράτους λόγω του απρόσιτου κάστρου της, μετατρέποντας την πρώην ρωμαϊκή Φλαβιοπόλη στο μεγαλύτερο αρμενικό πολιτιστικό, πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο του Μεσαίωνα.

Κατά τον Μεσαίωνα, το Σις υπήρξε πρωτεύουσα του Αρμενικού Βασιλείου της Κιλικίας (1186–1375)

Ξαναχτίστηκε το 1186 από τον Λέοντα Β’, βασιλιά του Αρμενικού Βασιλείου της Κιλικίας, μέλος της δυναστείας των Ρουπενιδών που έκανε την πόλη πρωτεύουσα του βασιλείου του (από το 1186 έως το 1375).

Κατά τη διάρκεια της Σταυροφορίας, το καθολικό επέστρεψε στο Σις το 1294 και παρέμεινε εκεί για 150 χρόνια.

Το 1266 το Σις, η πρωτεύουσα του Αρμενικού Βασιλείου της Κιλικίας, καταλήφθηκε και υπέστη ζημιές από τους Αιγύπτιους Μαμελούκους με επικεφαλής τους Μπαϊμπάρ.

Ο αλ-Σαΐντ Μπαράκα έστειλε τον Καλαβούν να επιτεθεί στην πόλη το 1277, αλλά το 1375, η Σις καταλήφθηκε και κατεδαφίστηκε από τους Ραμαζανίδες, υπό τη σημαία του Μαμελούκου Σουλτάνου της Αιγύπτου.

Η πόλη δεν ανέκτησε ποτέ την ευημερία της, ούτε καν όταν πέρασε στην εξουσία των Οθωμανών το 1516.

ΕΥΡΗΜΑΥΑ

*Κάστρο του Κοζάν (Kozan Kalesi):

Το Κάστρο της Σις (σήμερα Kozan Kalesi) είναι ένα από τα πιο επιβλητικά και στρατηγικά οχυρά ολόκληρης της Μικράς Ασίας. Χτισμένο στην κορυφή ενός απόκρημνου, στενού ασβεστολιθικού λόφου που υψώνεται σχεδόν 400 μέτρα πάνω από την πεδιάδα της Κιλικίας, η δομή του σχεδιάστηκε έτσι ώστε να είναι πρακτικά απόρθητο.

Η αρχιτεκτονική του δομή ακολουθεί τη λογική των κορυφαίων μεσαιωνικών οχυρώσεων της Εγγύς Ανατολής, συνδυάζοντας τη βυζαντινή τεχνοτροπία με τις μεταγενέστερες αρμενικές επεκτάσεις:

*Η δομή

Το κάστρο εκτείνεται σε μήκος σχεδόν 2 χιλιομέτρων κατά μήκος της κορυφογραμμής και είναι δομημένο σε δύο κύρια συγκροτήματα (το Βόρειο και το Νότιο), τα οποία χωρίζονται εσωτερικά σε 7 διαδοχικά οχυρωμένα επίπεδα (τείχη).

Το Νότιο Συγκρότημα : Ήταν το πιο προσβάσιμο μέρος από την πλευρά της πόλης, γι’ αυτό και προστατευόταν από τεράστιους, ημικυκλικούς και τετράγωνους πύργους. Εκεί βρίσκονταν οι κοιτώνες των στρατιωτών και οι στάβλοι.

Το Βόρειο Συγκρότημα (Η Ακρόπολη): Το πιο ψηλό, απόκρημνο και απομονωμένο σημείο του λόφου. Λειτουργούσε ως το τελευταίο καταφύγιο σε περίπτωση πολιορκίας. Εκεί ήταν χτισμένο το βασιλικό παλάτι των Αρμενίων ηγεμόνων.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της δομής του κάστρου είναι το δίκτυο υδροδότησής του. Καθώς ο λόφος δεν είχε φυσικές πηγές, οι μηχανικοί λάξευσαν στον βράχο δεκάδες τεράστιες, θολωτές δεξαμενές συγκέντρωσης βρόχινου νερού. Αυτή η υποδομή επέτρεπε στη φρουρά και στους κατοίκους να αντέχουν σε πολιορκίες που διαρκούσαν πολλούς μήνες.

Μέσα στα τείχη του κάστρου δεν υπήρχαν μόνο στρατιωτικά κτίρια. Στο κέντρο της οχύρωσης βρισκόταν το θρησκευτικό συγκρότημα του Καθολικάτου της Κιλικίας, το οποίο περιλάμβανε:

Τον μεγαλοπρεπή καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας (Surb Sophi), όπου γινόταν η στέψη των βασιλέων.

Παρεκκλήσια, βιβλιοθήκες με πολύτιμα χειρόγραφα και τα θησαυροφυλάκια του βασιλείου.

Για την ασφάλεια της βασιλικής οικογένειας και τη μεταφορά εφοδίων, η δομή του κάστρου περιλαμβάνει ένα δίκτυο από λαξευμένες στο βράχο μυστικές σήραγγες και κλιμακοστάσια. Αυτά ένωναν τα διαφορετικά επίπεδα των τειχών μεταξύ τους, επιτρέποντας στους αμυνόμενους να μετακινούνται γρήγορα χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τον εχθρό. Λόγω αυτής της δαιδαλώδους και απόκρημνης δομής, το κάστρο της Σις άντεξε σε δεκάδες επιθέσεις των Σελτζούκων και των Σταυροφόρων, και λύγισε τελικά το 1375 μετά από μια εξαντλητική πολιορκία από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου, η οποία σήμανε και το τέλος του βασιλείου της Κιλικίας

ΨΗΦΙΔΩΤΑ

Πότε και πού βρέθηκαν;

2015 (Συγκρότημα Ρωμαϊκής Έπαυλης / Λουτρών): Τα πρώτα μεγάλα ψηφιδωτά εντοπίστηκαν στην περιοχή Kadirli κατά τη διάρκεια προκαταρκτικών ερευνών για την ανέγερση κτιρίων. Οι αρχαιολόγοι του Αρχαιολογικού Μουσείου της Οσμάνιγιε έφεραν στο φως το δάπεδο μιας πολυτελούς ρωμαϊκής βίας και δημόσιων λουτρών του 3ου – 4ου αιώνα μ.Χ..

Ιανουάριος 2019 (Συνοικία Dere): Κατά τη διάρκεια εκσκαφών για θεμέλια πολυκατοικίας, εργάτες βρήκαν ένα εντυπωσιακό ψηφιδωτό δάπεδο του 1ου αιώνα μ.Χ.. Η τοποθεσία κηρύχθηκε αμέσως προστατευόμενος αρχαιολογικός χώρος.

2006 & 2018 (Ιστορικό Μνημείο Ala Mosque): Στο κέντρο του Kadirli, γύρω και μέσα στο ιστορικό μνημείο Ala Mosque (το οποίο ξεκίνησε ως ρωμαϊκός ναός του 2ου αιώνα, έγινε βυζαντινή εκκλησία/μοναστήρι τον 5ο αιώνα και τζαμί τον 15ο αιώνα), ανακαλύφθηκαν εκτεταμένα βυζαντινά γεωμετρικά και εικονιστικά ψηφιδωτά.

Τα ψηφιδωτά που ήρθαν στο φως χωρίζονται σε δύο μεγάλες θεματικές κατηγορίες:

1. Μυθολογικές και Ιστορικές Σκηνές (Ρωμαϊκή Περίοδος)

Αινείας και Διδώ: Ένα από τα πιο σπάνια και εντυπωσιακά πάνελ απεικονίζει τον Τρώα ήρωα Αινεία (τον μετέπειτα ιδρυτή της ρωμαϊκής γενιάς) και τη βασίλισσα της Καρχηδόνας Διδώ, μαζί με τον γιο του Ασκάνιο.

Μαινάδα του Διονύσου: Στον χώρο της τραπεζαρίας (triclinium) της έπαυλης, βρέθηκε μια απομονωμένη μορφή Μαινάδας (ακόλουθου του θεού Διονύσου) που χορεύει. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε σπάνιες γυάλινες ψηφίδες σε χρώμα τιρκουάζ για τα ρούχα της, ώστε να τραβάει αμέσως το βλέμμα.

2. Σκηνές Καθημερινής Ζωής, Αγροτικής Παραγωγής και Ζώων

Το «Ψηφιδωτό του Ραπανιού» (1ος αι. μ.Χ.): Πρόκειται για ένα εύρημα που έγινε παγκόσμιο θέμα. Απεικονίζει έναν άνθρωπο που κρατά στα χέρια του ένα τσαμπί σταφύλια και μια πέρδικα, ενώ στην κάτω γωνία εικονίζεται ένα ραπάνι. Το εύρημα αυτό αποδεικνύει γραπτά και οπτικά ότι η περιοχή παρήγαγε ραπάνια (που αποτελούν βασικό προϊόν της περιοχής ακόμα και σήμερα) εδώ και 2.000 χρόνια!

Άγρια Ζώα: Άλλα ψηφιδωτά δάπεδα περιλαμβάνουν εξαιρετικές λεπτομέρειες από ζώα της περιοχής και της μυθολογίας, όπως λεοπαρδάλεις, ταύρους, ελάφια, λιοντάρια και εντυπωσιακά παγώνια, πλαισιωμένα από περίπλοκα γεωμετρικά μοτίβα

ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ

Η Νομισματοκοπία της Πόλης (Φλαβιόπολις & Σις)

Η πόλη εξέδωσε εξαιρετικά δείγματα νομισμάτων σε δύο εντελώς διαφορετικές εποχές, αποτυπώνοντας την πολιτισμική της μετάβαση:Α. Ρωμαϊκή Περίοδος (Φλαβιόπολις)

Κατά τη ρωμαϊκή αρχαιότητα, η πόλη έκοβε χάλκινα επαρχιακά νομίσματα (Roman Provincial) με ελληνικές επιγραφές. Τα νομίσματα αυτά απεικόνιζαν στην μπροστινή όψη (εμπροσθότυπο) τον εκάστοτε Ρωμαίο Αυτοκράτορα (όπως τον Δομιτιανό, τον Αντωνίνο τον Ευσεβή ή τον Καρακάλλα) και στην πίσω όψη (οπισθότυπο) θεότητες όπως την Τύχη της πόλης, τον Διόνυσο ή τον Σέραπη, με την αναγραφή ΦΛΑΟΥΙΟΠΟΛΕΙΤΩΝ

Β. Αρμενική Μεσαιωνική Περίοδος (Σις)

Όταν η Σις έγινε πρωτεύουσα, το νομισματοκοπείο της έγινε το σημαντικότερο του βασιλείου. Εδώ κόπηκαν τα περίφημα αργυρά τραμ (Tram) και χάλκινα καρδέζ (Kardez) ή τανκ (Tank).

Τα χαρακτηριστικά τους: Στη μία όψη απεικονίζουν τον Αρμένιο βασιλιά (π.χ. τον Λέοντα Α΄ ή τον Χετούμ) καθισμένο σε θρόνο με στέμμα και σκήπτρο, πλαισιωμένο συχνά από λιοντάρια. Στην άλλη όψη φέρουν τον χριστιανικό σταυρό και επιγραφές με το αρμενικό αλφάβητο, όπου συχνά αναφέρεται ρητά η φράση: «Κόπηκε στην πόλη της Σις».

ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Το διαχρονικό θρησκευτικό πιστεύω της πόλης Σίσιον/Φλαβιοπόλεως (Kozan) στην Κιλικία, όπως τεκμηριώνεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα νομίσματα και τα ιστορικά κείμενα, ακολούθησε μια πορεία τριών μεγάλων σταδίων: από την πολυθεϊστική ελληνορωμαϊκή λατρεία, στον πρώιμο ορθόδοξο χριστιανισμό και, τέλος, στην εδραίωση του αρμενικού χριστιανικού κέντρου πριν από την έλευση των Οθωμανών.

1. Η Ελληνορωμαϊκή Πολυθεϊστική Περίοδος (Αρχαιότητα – 4ος αι. μ.Χ.)

Τα νομισματικά ευρήματα της Φλαβιοπόλεως (Flaviopolis) αποτελούν την πιο αδιάψευστη μαρτυρία για το τι πίστευαν οι κάτοικοι κατά την αρχαιότητα. Τα χάλκινα νομίσματα της πόλης φέρουν την ελληνική επιγραφή ΦΛΑΥΙΟΠΟΛΕΙΤΩΝ και απεικονίζουν τις εξής λατρείες:

Η λατρεία του Διονύσου: Ο Διόνυσος (Θεός του κρασιού και της βλάστησης) εμφανίζεται συχνά στα νομίσματα κρατώντας το θύρσο (τελετουργικό ραβδί). Αυτό μαρτυρά ότι η πόλη είχε έντονο αγροτικό χαρακτήρα με μεγάλη παραγωγή αμπελιών στην πεδιάδα της Κιλικίας

Η λατρεία του Κρόνου (Zeus Kronos): Στα νομίσματα απεικονίζεται η γενειοφόρος κεφαλή του Κρόνου κρατώντας μια άρπη (δρεπάνι). Πρόκειται για μια ελληνική προσαρμογή παλαιότερων, ανατολικών θεοτήτων της γεωργίας.

Οι Διόσκουροι και η Τύχη της Πόλης: Τα ευρήματα δείχνουν τη λατρεία των Διοσκούρων (Κάστορα και Πολυδεύκη) με αστέρια πάνω από τα κεφάλια τους, καθώς και της Τύχης, της προστάτιδας θεάς της πόλης.

Η λατρεία του Ποταμού Πύραμου: Ως τοπική θεότητα λατρευόταν και ο παρακείμενος ποταμός Πύραμος (Ceyhan), ο οποίος προσωποποιούνταν στα νομίσματα ως ανδρική μορφή που κολυμπά στα πόδια της Τύχης, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη των κατοίκων για τη γονιμότητα της γης.

2. Η Πρώιμη Χριστιανική & Βυζαντινή Περίοδος (4ος – 11ος αι. μ.Χ.)

Μετά το Διάταγμα των Μεδιολάνων και την επικράτηση του Χριστιανισμού, τα πολυθεϊστικά είδωλα γκρεμίστηκαν και η πόλη πέρασε στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό.

Αρχαιολογικά ευρήματα ναών: Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στην περιοχή (σημερινό Kadirli/Kozan) έχουν φέρει στο φως εντυπωσιακά ψηφιδωτά δάπεδα και θεμέλια παλαιοχριστιανικών βασιλικών που χρονολογούνται από τον 5ο και 6ο αιώνα (εποχή του Ιουστινιανού).

Εκκλησιαστική υπαγωγή: Η πόλη, αναφερόμενη πλέον στα βυζαντινά κείμενα ως Φλαβιάς ή Σίσιον, έγινε έδρα Επισκοπής. Οι κάτοικοι ακολουθούσαν το ορθόδοξο δόγμα και η εκκλησία της πόλης υπαγόταν στη Μητρόπολη Αναζάρβου (Κιλικία Δευτέρα), διατηρώντας στενούς πνευματικούς δεσμούς με το Πατριαρχείο Αντιοχείας.

Οι Έλληνες της Κοζάν (Σις) ανήκαν εκκλησιαστικά στην Ιερά Μητρόπολη Αδάνων (υπό το Πατριαρχείο Αντιοχείας).

3. Η Αρμενική Χριστιανική Περίοδος (12ος – 14ος αι. μ.Χ.)

Το αποκορύφωμα της θρησκευτικής ιστορίας της πόλης έρχεται όταν το Σίσιον γίνεται η πρωτεύουσα του Αρμενικού Βασιλείου της Κιλικίας. Εδώ το θρησκευτικό πιστεύω μετατοπίζεται στην Αρμενική Αποστολική Εκκλησία (προ-χαλκηδόνιο χριστιανικό δόγμα).

Το Καθολικάτο της Κιλικίας: Το 1293 (ή 1295), η πόλη γίνεται η επίσημη έδρα του Αρμενίου Πατριάρχη (Καθολικού). Η Σις μετατρέπεται σε έναν «ιερό τόπο» για τον αρμενικό ελληνισμό και χριστιανισμό, γεμάτο μοναστήρια και βιβλιοθήκες.

Η δομή της Αγίας Σοφίας (Surp Sop’ia): Μέσα στο κάστρο, ο βασιλιάς Χετούμ Α΄ έχτισε το 1226 τον μεγαλοπρεπή καθεδρικό ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα και οι ιστορικές φωτογραφίες δείχνουν έναν ναό με περίτεχνα σκαλιστές πέτρες, βυζαντινές επιρροές στην αρχιτεκτονική και πλούσια διακόσμηση. Εκεί φυλασσόταν το Άγιο Μύρο για όλους τους Αρμενίους της διασποράς.

Τα μεσαιωνικά νομίσματα: Τα αρμενικά νομίσματα (αργυρά τραμ) που βρέθηκαν στις ανασκαφές της Σις αντικαθιστούν πλήρως τους αρχαίους θεούς με τον Χριστιανικό Σταυρό και τη μορφή του εστεμμένου βασιλιά «ελέω Θεού», συνοδευόμενα από αρμενικές θρησκευτικές επιγραφές.

Όταν οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου κατέλαβαν το κάστρο το 1375, το αρμενικό βασίλειο καταλύθηκε, αλλά οι κατακτητές σεβάστηκαν τη θρησκευτική έδρα. Έτσι, το θρησκευτικό πιστεύω των χριστιανών παρέμεινε ζωντανό μέσα στο μοναστήρι της Αγίας Σοφίας, το οποίο συνέχισε να λειτουργεί ως το πνευματικό κέντρο της περιοχής μέχρι και την έλευση των Οθωμανών, και ουσιαστικά μέχρι τις αρχές του

20ού αιώνα.

ΠΑΙΔΕΙΑ

Η παιδεία των Ελλήνων και των Αρμενίων στη Σις (Κοζάν) πριν από τις διώξεις ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένη, θρησκευτικά προσανατολισμένη και στενά συνδεδεμένη με την οικονομική τους ευημερία.

Με λίγα λόγια, τα βασικά χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης ανά κοινότητα ήταν:

Αρμενική Παιδεία (Το επίκεντρο): Λόγω του ότι η πόλη ήταν η έδρα του Καθολικάτου της Κιλικίας, αποτελούσε σπουδαίο πνευματικό κέντρο. Λειτουργούσε η περίφημη Θεολογική Σχολή/Σεμινάριο της Σις, καθώς και οργανωμένα αρσενικά και θηλυκά σχολεία (όπως το σχολείο Sahakyan). Η εκπαίδευση έδινε έμφαση στην αρμενική γλώσσα, την ιστορία, τη θρησκεία, αλλά και τις ξένες γλώσσες (γαλλικά, τουρκικά), προετοιμάζοντας τους νέους για το εμπόριο και τις επιστήμες.

Ελληνική Παιδεία (Κοινότητα & Εκκλησία): Η μικρότερη ελληνική κοινότητα βασιζόταν σε ενοριακά και κοινοτικά σχολεία υπό την αιγίδα της Μητρόπολης Αδάνων. Το βάρος έπεφτε στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας (για τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας), της αριθμητικής για τις εμπορικές ανάγκες, και της θρησκευτικής κατήχησης.

*Η γλωσσά και η γραφή των Ελλήνων:

Ένα πολύ ιδιαίτερο στοιχείο των αρχείων για τους Ρωμιούς της Κιλικίας και της ευρύτερης περιοχής είναι τα Καραμανλήδικα. ( τουρκική γλώσσα γραμμένη με ελληνικούς χαρακτήρες.) Πολλά κοινοτικά έγγραφα, εμπορικά κατάστιχα και θρησκευτικά βιβλία των Ρωμιών της Κιλικίας που σώζονται μέχρι σήμερα χρησιμοποιούν αυτή τη γραφή, αποδεικνύοντας πώς η μακρόχρονη οθωμανική κυριαρχία επηρέασε τη γλώσσα τους, χωρίς όμως να αλλοιώσει την ορθόδοξη χριστιανική τους ταυτότητα.

Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί των Ρωμιών (είτε ελληνόφωνοι είτε τουρκόφωνοι Καραμανλήδες) αναγκάστηκαν τελικά να εγκαταλείψουν την Κιλικία το 1923-1924 με την Ανταλλαγή Πληθυσμών της Λωζάνης, μεταφέροντας τις μνήμες τους στην Ελλάδα. [

ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Η οικονομική δραστηριότητα και η απασχόληση του πληθυσμού έως το 1922 καθορίζονταν από τη γεωγραφική της θέση (στους πρόποδες του Ταύρου και στην εύφορη πεδιάδα της Τσουκούροβα) και την πολυεθνική της σύνθεση (Αρμένιοι, Τούρκοι και Έλληνες):

Γεωργία και Παραγωγή Βαμβακιού: Η πεδιάδα της Τσουκούροβα (Κιλικία) αποτελούσε ανέκαθεν μία από τις πιο εύφορες αγροτικές περιοχές. Η πλειονότητα του αγροτικού πληθυσμού απασχολούνταν στην καλλιέργεια βαμβακιού, δημητριακών, σταφίδων, ελιών και εσπεριδοειδών.

Εμπόριο και Βιοτεχνία: Οι χριστιανικοί πληθυσμοί (κυρίως η εύπορη αρμενική κοινότητα και οι Έλληνες της Κιλικίας) έλεγχαν το μεγαλύτερο μέρος του αστικού εμπορίου. Υπήρχαν αναπτυγμένες βιοτεχνίες υφαντουργίας (επεξεργασία βαμβακιού και μαλλιού), βυρσοδεψίας (κατεργασία δερμάτων) και μεταλλουργίας.

Κτηνοτροφία: Λόγω της εγγύτητας με την οροσειρά του Ταύρου, πολλοί κάτοικοι (κυρίως τουρκικοί πληθυσμοί και νομάδες Γιορούκοι) ασχολούνταν εκτενώς με την ορεινή κτηνοτροφία, την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων και το εμπόριο μαλλιού.

Το Τέλος της Εποχής (1920–1922)

Η οικονομική και κοινωνική δομή της πόλης κατέρρευσε βίαια μεταξύ 1915 και 1922:

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1915) ο αρμενικός πληθυσμός υπέστη διώξεις.

Μετά το τέλος του πολέμου (1918–1921), η περιοχή τέθηκε υπό Γαλλική κατοχή / διοίκηση. Πολλοί πρόσφυγες επέστρεψαν προσωρινά και προσπάθησαν να επαναλειτουργήσουν τις επιχειρήσεις και τα κτήματά τους.

Η αποχώρηση των Γαλλικών στρατευμάτων μετά τη Συνθήκη της Άγκυρας (τέλη 1921 – αρχές 1922) οδήγησε στην οριστική εκκένωση της πόλης από το χριστιανικό στοιχείο. Οι Αρμένιοι και οι Έλληνες κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Συρία, το Λίβανο και την Ελλάδα, με αποτέλεσμα η πόλη να μετατραπεί μετά το 1922 σε έναν αμιγώς μουσουλμανικό/τουρκικό οικισμό με εντελώς διαφοροποιημένη οικονομική δομή.

Η αρμενική κοινότητα αποτελούσε τον πυρήνα της αστικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής της Σις (Κοζάν) μέχρι τον ξεριζωμό της, καθώς η πόλη ήταν η ιστορική έδρα του Καθολικάτου της Κιλικίας. Η ελληνική παρουσία, αν και μικρότερη αριθμητικά σε σχέση με τα κοντινά Άδανα, ήταν επίσης ενεργή στο εμπόριο και συνδεόταν στενά με τις χριστιανικές δραστηριότητες της περιοχής.

Η Αρμενική Κοινότητα: Οικονομικός και Πνευματικός Πυρήνας

Οι Αρμένιοι της Σις έλεγχαν το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής ζωής της πόλης και της γύρω περιοχής:

ΤΗ αρμενική εκκλησία (το Καθολικάτο) και εύπορες αρμενικές οικογένειες είχαν στην κατοχή τους τεράστιες εκτάσεις γης στην εύφορη πεδιάδα, όπου απασχολούσαν εργάτες για την καλλιέργεια βαμβακιού και σιτηρών. Επίσης, τους ανήκαν τα περισσότερα κεντρικά καταστήματα, αποθήκες και πετρόκτιστα αρχοντικά της πόλης.

Εξειδικευμένο εμπόριο και εξαγωγές: Ήταν οι κύριοι μεσάζοντες για την προώθηση των αγροτικών προϊόντων (βαμβάκι, μαλλί, δέρματα) προς το λιμάνι της Μερσίνης και από εκεί στις ευρωπαϊκές αγορές.

Βιοτεχνία και Επαγγέλματα: Διατηρούσαν εργαστήρια επεξεργασίας δέρματος (βυρσοδεψεία), υφαντουργεία, καθώς και εργαστήρια αργυροχοΐας και μεταλλουργίας. Επίσης, ασκούσαν επιστημονικά επαγγέλματα (γιατροί, φαρμακοποιοί, δικηγόροι) που απαιτούσαν ανώτερη μόρφωση.

Εκπαιδευτικά Ιδρύματα: Λόγω της θρησκευτικής σημασίας της πόλης, οι Αρμένιοι είχαν οργανώσει ένα εξαιρετικό δίκτυο σχολείων, με κυριότερο το Σεμινάριο της Σις, το οποίο μόρφωνε την πνευματική ελίτ της περιοχής.

Η Ελληνική Παρουσία

Επαγγελματική δραστηριότητα: Λόγω της γλωσσομάθειας και των δικτύων τους, πολλοί Έλληνες εργάζονταν ως έμποροι, τραπεζικοί υπάλληλοι, πράκτορες μεταφορών και υπάλληλοι σε γαλλικές ή άλλες ξένες εταιρείες που είχαν αρχίσει να επενδύουν στο βαμβάκι της Κιλικίας.

Συνεργασία με τους Αρμενίους: Λόγω του κοινού θρησκεύματος (Χριστιανισμός), οι Έλληνες και οι Αρμένιοι της πόλης είχαν στενές εμπορικές σχέσεις, μοιράζονταν κοινές συνοικίες και συχνά συνεργάζονταν ενάντια στις πιέσεις των οθωμανικών αρχών.

Η Γαλλική Διοίκηση (1919–1921)

Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Κιλικία πέρασε υπό γαλλικό έλεγχο. Κατά την περίοδο αυτή:

Οι Αρμένιοι και οι Έλληνες που είχαν επιζήσει από τις εκτοπίσεις του 1915 επέστρεψαν στην Κοζάν.

Ανέκτησαν μέρος των περιουσιών τους και η οικονομική δραστηριότητα γνώρισε μια σύντομη αναζωπύρωση. Πολλά χριστιανικά καταστήματα άνοιξαν ξανά, και η αγροτική παραγωγή οργανώθηκε εκ νέου με τη βοήθεια της γαλλικής διοίκησης.

Η γαλλική αποχώρηση στα τέλη του 1921 άφησε τις χριστιανικές κοινότητες απροστάτευτες. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, το σύνολο του αρμενικού και ελληνικού πληθυσμού εγκατέλειψε οριστικά την πόλη παίρνοντας μαζί μόνο ό,τι μπορούσε να μεταφέρει, σηματοδοτώντας το τέλος της πολυπολιτισμικής οικονομίας της Κοζάν.

ΣΗΜΕΡΑ

Σύγχρονη Πόλη: Μετά το 1928, η πόλη μετονομάστηκε επίσημα σε Κοζάν. Σήμερα είναι μια ζωντανή πόλη με πάνω από 130.000 κατοίκους. Η Κοζάνη, παλαιότερα Σις (αρμενικά: Սիս), είναι δήμος και περιφέρεια της επαρχίας Αδάνων στην Τουρκία.[

[1Στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο πληθυσμός της πόλης ήταν 8.000, λοι απελάθηκαν κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας των Αρμενίων.

Η Κοζάν Κατς την διάρκεια του Α παγκοσμίου πόλεμου καταλήφθηκε από τη Γαλλία μεταξύ 8 Μαρτίου 1919 και 2 Ιουνίου 1920

Leave a Comment

Ταυτότητα Ιστοσελίδας:
Σαλακίδης Ιωάννης – Ατομική Επιχείρηση

ΑΦΜ: 046450157, ΔΟΥ ΚΟΖΑΝΗΣ

Δ/νση Έδρας: Ζαφειράκη 3, ΤΚ 0100 Κοζάνη

Email: info@efkozani.gr

Τηλ. 24610-25112

Ιδιοκτήτης, νόμιμος εκπρόσωπος και διευθυντής: Σαλακίδης Ιωάννης

Διευθύντρια Σύνταξης: Μαρία Τσακνάκη

Διαχειριστής: Σαλακίδης: Ιωάννης

Δικαιούχος του ονόματος τομέα (domain name): Σαλακίδης Ιωάννης

Efkozani logo

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Διαβάστε περισσότερα