339
Βόιο. Το τέμπλο του Αγίου Αχιλλείου στον Πεντάλοφο!
Το θρησκευτικό συναίσθημα των πενταλοφιτών φανερώνουν οι τέσσερις εκκλησίες που στολίζουν τις δύο συνοικίες του χωριού και που παλαιότερα αποτελούσαν τέσσερις χωριστές ενορίες. Στα 1818 χτίστηκε ο ναός το Αγίου Αθανασίου που είναι ο πολιούχος του Πενταλόφου, στα 1867 χτίστηκε ο ναός της Αγίας Βαρβάρας και δύο χρόνια αργότερα το 1870 ο ναός του Αγίου Γεωργίου. Αρχαιότερη είναι αυτή του Αγίου Αχιλλείου που βρίσκεται χτισμένη σε περίοπτη θέση πάνω στον δρόμο που οδηγεί στον οικισμό του Βυθού το παλιό Ντόλο που παλαιότερα αποτελούσε συνοικία του πενταλόφου, αλλά το 1884 έγινε χωριστή κοινότητα.
Η εκκλησία του Αγίου Αχιλλείου είναι τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα και ανοικτή στοά στη δυτική και νότια πλευρά ενώ στην βορειοδυτική είναι προσκολλημένο παρεκκλήσιο που επικοινωνεί μόνο με τον ναό.
Οι μάστοροί του αναμφίβολα ήταν πενταλοφίτες. Ίσως ο ναός του Αγίου Αχλλείου να είναι το πρώιμο έργο του Δήμου Ζηπανιώτη.
Η στέγη του ναού είναι δίρριχτη με τριγωνικές αποτμήσεις στην ανατολική και δυτική πλευρά και καλύπτεται με σχιστόλιθους. Οι ξύλινοι στύλοι και οι μονοκόμματες πέτρινες κολόνες των υπόστεγων της στοάς ακουμπούν σε χαμηλά πέτρινα πεζούλια κάνοντας το χαγιάτι περισσότερο γραφικό. Το ιερό είναι τρίκογχο αποτελείται από την κεντρική κόγχη με ημικυκλικό σχήμα και από δύο μικρότερες τρίπλευρες, της Πρόθεσης και του Διακονικού. Στη δεξιά πλευρά του ιερού βρίσκεται κτητορική επιγραφή που αναφέρει τα εξής: Ούτος ο ναός του Αγίου Αχιλλείου οικοδομηθεί και εκτίσθει έτος 1742.
Το τέμπλο.
Αριστούργημα της ξυλογλυπτικής τέχνης στέκει το τέμπλο του ναού φτιαγμένο από ξύλο καρυδιάς με την τεχνική του «τρυπητού» ή του «σκαλιστού στον αέρα» δηλαδή με διαμπερή κενά ανάμεσα στα θέματα.
Oι τεχνίτες βαθιά επηρεασμένοι από την τέχνη του δυτικοευρωπαϊκού μπαρόκ που κυριαρχεί στην εκκλησιαστική ξυλογλυπτική, ιδιαίτερα στο τέλος του 18ου αιώνα, δημιουργούν συνθέσεις με σκηνές από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη καθώς και από το φυτικό και ζωικό βασίλειο.
Από τις ποδιές και τους κεταμπέδες ως τα κεμέρια, την Ρίζα του Ιεσαί και τα λυπηρά, ένας συμβολικός αλλιώτικος κόσμος ξεπροβάλλει πλασμένος από χέρια μυθιστορηματικά.
Λουλούδια, φτερωτές γοργόνες, γρύπες, δικέφαλοι αετοί, λέοντες φύλακες, πουλιά που ορμούν σε φρουτιέρες με σταφύλια, οι πρωτόπλαστοι με το φίδι και τη μηλιά, άνθρωποι με τρομπέτες, άγγελοι που κρατούν βασιλική κορώνα πάνω από την κεφαλή του Αγίου Πνεύματος και αρματωμένοι άγιοι καβαλάρηδες, παρουσιάζονται σε σκηνές με έντονη δράση.
Στους δαντελωτούς κιονίσκους αλληλοσυμπλέκονται φυτικά μοτίβα και πουλιά ψηλόλιγνα που κρατούν στα ράμφη τους φίδια και ανεβαίνουν προς τα κιονόκρανα στριφογυρίζοντας όπου η ανησυχία τους γαληνεύει και υποτάσσεται από τους δώδεκα αετούς που υψώνονται με απειλητική διάθεση. Στην κορυφή του τέμπλου πάνω στους τεράστιους επιχρυσωμένους φτερωτούς δράκους στέκουν τα λυπηρά και ο μεγαλόπρεπος σταυρός με τα σύμβολα των ευαγγελιστών.
Το τέμπλο, θαυμάσιο έργο, το έφτιαξαν ξυλογλύπτες από τον Γοργοπόταμο της Κόνιτσας, το παλιό Τούρνοβο, του οποίου οι κάτοικοι ήσαν άριστοι τεχνίτες αφού το κύριο επάγγελμά τους ήταν η ξυλογλυπτική. Πρόκειται για τους ξυλογλύπτες Κωνσταντίνο (Κωτούλα) και Δημήτριο, παιδιά του Αναστάση ή Τάση Σκαλιστή.
Από τα δύο αδέλφια Απόστολο και Αναστάσιο (Τάσης) ξεκινά το γενεαλογικό δέντρο των Σκαλιστάδων. Ο Κωνσταντίνος (Κωτούλας) και ο Δημήτριος εκτός από το τέμπλο του Αγίου Αχιλλείου δούλεψαν στην μητρόπολη Καστοριάς, στο Λεσκοβίκι της Β. Ηπείρου, σε ναό του Γαλαξιδίου και αλλού. Μαζί με τον πατέρα τους Τάση δούλεψαν το μνημειακό τέμπλο του Αγίου Αθανασίου Ιωαννίνων. Για την δημιουργία του δούλεψαν δέκα χρόνια(1830-1840). Το έτος κατασκευής του τέμπλου του Αγίου Αχιλλείου δεν αναφέρεται.
Ο Κωνσταντίνος (Κωτούλας) ήταν παππούς του ιερέα Κωνσταντίνου Σκαλιστή (παπα-Κώστας) ο οποίος ζούσε στο Επταχώρι όπου εξασκούσε και την ξυλογλυπτική τέχνη και ήταν γιός του Βασίλη Σκαλιστή. Σε συνέντευξή του στα 1978 αναφέρει: Οι παλιοί δούλευαν όλοι μαζί οικογενειακώς. Ήταν ένα συνεργείο γερό από 20-30 άτομα.
Στην εκκλησιαστική ξυλογλυπτική χρησιμοποιείται κυρίως η καρυδιά για την αντοχή της, δουλεύεται εύκολα, δεν έχει ίνες που να ανοίγουν και έχει θαυμάσια όψη. Το δέντρο πρέπει να κοπεί χειμώνα, όταν κατεβαίνουν οι χυμοί του. Μπαίνει τρία-τέσσερα χρόνια σε τρεχούμενο νερό για να «σκοτωθεί», να φύγει δηλαδή τελείως ο χυμός του κι έτσι να γίνει ανθεκτικότερο και να μη σκεβρώνει. Ύστερα το στεγνώνουν πρώτα στη σκιά και μετά στον ήλιο. Στη συνέχεια βάζουν τα ξύλα στο λινέλαιο για να γίνει μαλακότερο κατά την κατεργασία ή το βάζουν για έξι μήνες στο ελαιόλαδο.
Λίγα λόγια για τους ζωγράφους του ναού.
Ο ναός είναι ζωγραφισμένος από δύο συνεργία ζωγράφων. Το πρώτο συνεργείο αποτελείται από τους ζωγράφους αδελφούς Νικόλαο και Θεόδωρο από τα Ιωάννινα οι οποίοι τοιχογράφησαν το ανατολικό τμήμα του ναού μέχρι λίγο πιο έξω από το τέμπλο. Όμως η εργασία του συνεργείου διακόπηκε, πιθανότατα για λόγους οικονομικούς. 1745 / το<ν> ηστοριογράφον τα ονομα<τα> / νικολάου θεοδόρου θεοδ/[…]του […]ιω[ ]/[—] λάμπρο θεο[…] κι γιόργο .
Οι ζωγράφοι αυτοί επιμελήθηκαν την πλήρη τοιχογράφηση του καθεδρικού ναού του Αγίου Νικολάου Κοζάνης το 1730.
Τον υπόλοιπο ναό ζωγράφισαν οι Χιοναδίτες ζωγράφοι Κωνσταντίνος και Μιχαήλ Μιχαήλ το 1774΄΄.
Στο υπέρθυρο της εισόδου τον Άγιο Αχίλλειο ζωγράφισε το 1906 ο Ηπειρώτης Νικόλαος εκ χωρίου Τούρνοβο, τον σημερινό Γοργοπόταμο της Κόνιτσας, δι’ εξόδου Αθανασίου ιερέως Κ. Σιαλάτη, εις μνήμην αυτού. Πρόκειται για τον ζωγράφο Νικόλαο Βούρη, γιό του ξυλογλύπτη Γεωργίου Βούρη. Μαθητή των Χιοναδιτών αγιογράφων Χριστοδούλου και Θωμά Μαρινάδων.
ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΧΙΛΛΕΙΟΥ
Ο Άγιος Αχίλλειος ήταν επίσκοπος Λαρίσης στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Το 325 όταν συνεκλήθη η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος στην Νίκαια της Βιθυνίας ο Άγιος Αχίλλειος ήταν μεταξύ των θεοφόρων πατέρων Αθανάσιο, Νικόλαο και Σπυρίδωνα που πήραν μέρος σ’ αυτήν. Η σύνοδος έληξε με την καταδίκη του Αρείου και την σύνταξη των επτά πρώτων άρθρων του συμβόλου της Πίστεως. Μετά την κοίμησή του η αγιότητά του αναγνωρίστηκε αμέσως και έγινε πολιούχος της Λάρισας.
Η παράδοση αναφέρει ότι οι πενταλοφίτες σέβονταν τόσο πολύ τον άγιο Αχίλλειο που όσοι περνούσαν έφιπποι έξω απ’ έξω έπρεπε να ξεπεζέψουν γιατί αλλιώς τα άλογα τρόμαζαν, αγρίευαν και δεν προχωρούσαν.









