500
Βάια Λαμπροπούλου: Τώρα, παιδί μου, πέθανες. Δε σε σκοτώνουν άλλο…
Το παιδί μου έχει πεθάνει. Και το πένθος μου γι’ αυτό δεν είναι επιλογή. Είναι μια σύγκορμη κατάρευση για μένα και τη ζωή μου . Είναι μια πραγματικότητα που εγκαταστάθηκε στην καθημερινότητα μου χωρίς να με ρωτήσει. Δεν επιλέγω αν θα πονέσω, πόσο θα μου λείψει, πότε θα λυγίσω και πότε θα μπορώ να σταθώ όρθια. Η απώλεια είναι απώλεια. Δεν μετριέται, δεν συγκρίνεται, δεν βαθμολογείται. Και η νέα εκδοχή κοινωνικής επιταγής πόνου στην απώλεια δεν αντιμετωπίζει το πένθος ως μια υποχρεωτική διαδρομή συγκεκριμένων σταδίων που όλοι πρέπει να περάσουν με τον ίδιο τρόπο. Το πένθος είναι βαθιά ατομικό και μπορεί να περιλαμβάνει ταυτόχρονα πόνο, προσαρμογή, αναζήτηση νοήματος και μια νέα σχέση με την ανάμνηση του ανθρώπου που πέθανε. Ακόμη και ο δεσμός μαζί του μπορεί να συνεχίζεται μέσα μας — όχι ως άρνηση του θανάτου, αλλά ως ένας διαφορετικός τρόπος να υπάρχει στη ζωή μας.
Προσωπικά έχω αποδείξει μέσα στη χειρότερη περίοδο για οποιοδήποτε άνθρωπο ότι μπόρεσα να απαντήσω στο θάνατο ,στον αιφνίδιο θάνατο με τη ζωή. Με τον σεβασμό. Με τη δημιουργία. Με την προσφορά απ’ το υστέρημα,πιο σημαντικό από τη προσφορά από την ευμάρεια. Όχι επειδή ο πόνος απαλύνεται ποτέ η με κάποιο τρόπο, αλλά επειδή ο άνθρωπος μπορεί να πονά και ταυτόχρονα να συνεχίζει να ζει.
Πόσοι από εσάς το μπορείτε;
Σκεφτείτε τον εαυτό σας να χάνει το παιδί του…
Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε σιγά σιγά για κάτι που συχνά δεν βλέπουμε: το κοινωνικό πένθος. Για τη ζωή μετά από αυτό χωρίς αυτά τα στεγανά που μόνο εμπόδια φέρνουν και όχι εξέλιξη .Για το δεύτερο θάνατο που μπορεί να δημιουργήσει η κοινωνία στα άτομα που ήδη πενθούν και θα πενθούν για πάντα.
Μιλάω για αυτά που οι πενθούντες ήδη γνωρίζουν ή διαισθάνονται και ,είναι η δολοφονία της κοινωνίας απέναντι τους που θέλει να φαίνεται διαρκώς δυστυχισμένοι, για την αμηχανία της κοινωνίας όταν τους βλέπουν να γελούν, να βγαίνουν έξω ,να κοινωνούν σκέψεις και στιγμές,να προσπαθούν να πιαστούν από κοινωνικά παράθυρα ζωής, να εργάζονται, να δημιουργούν, να φροντίζουν τον εαυτό τους ή και να χαίρονται, όση χαρά μπορούν να νιώσουν πια. Σαν να πρέπει να αποδεικνύουν καθημερινά ότι μαζί με τον προσφιλή κεκοιμημένο οφείλουν και οι ίδιοι να ταφούν στην πυρά.
Όμως το γέλιο δεν ακυρώνει το κλάμα. Η δημιουργία δεν ακυρώνει την απώλεια.
Η προσαρμογή του πενθούντα είναι μια τραγική διαδικασία και σαν να βγαίνει ένας εγχειρισμενος αμέσως στο τρέξιμο και αυτό είναι γενναίο σε όποιον το πετυχαίνει με ασφάλεια.
Η συνέχεια της ζωής όσων μένουν πίσω δεν σημαίνει «ξεπέρασα» γρήγορα το θάνατο. Σημαίνει μαθαίνω να ζω με αυτό που δεν μπορώ να αλλάξω. Και η υποστήριξη μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να αποκτήσει ξανά αίσθηση ελέγχου, ελπίδα και δυνατότητα να κοιτάξει μπροστά.
Άφησέ με να πενθήσω όπως μπορώ.
Άφησέ με και να ζω όπως μπορώ.
Ίσως να μην σε ρωτήσω κιόλας…
Μην απαιτείς από έναν άνθρωπο που έχασε κάποιον να χάσει μαζί του και τον εαυτό του.
Το παιδί μου πέθανε.
Εγώ όμως δεν χρειάζεται να πεθάνω μαζί του.
Μπορώ να κουβαλώ τον θάνατό του και να συνεχίζω να υπάρχω.Να εργάζομαι.Να δημιουργώ.Να προσφέρω.Να αγαπώ.Να γελάω.
Να χαίρομαι.
Και μπράβο μου.
Όχι γιατί πονάω λιγότερο.
Αλλά γιατί μέσα στον αβάσταχτο θάνατο δεν επέτρεψα να πεθάνει και η ζωή μου.
Τώρα, παιδί μου, πέθανες.
Δε θα αφήσω να σε σκοτώσουν κι άλλο!
Εις μνήμην
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
- 1
- 2









