Καλύβες και σπίτια.
Καλοκαίρι κατεβηκανε στο Ακτιο. Ζέστη, υγρασία, ερημιά. Λίγους μήνες ήταν παντρεμένη, καλά καλα δεν ήξερε τον άντρα της, προξενιό ήταν, στην εκκλησία τον πρωτοδε.
Αντίκρισε τη θάλασσα, δεν είχε ξαναδεί θάλασσα, πέρασαν με το φέρι-μποτ απέναντι κ τα λιγοστά υπάρχοντα τους φορτωμένα, κυρίως την προίκα της, τα υφαντά κ τα σεντόνια της,εκείνα με τους κρεβατογυρους τους κεντητους,εκείνα που έπαιρνε μαζεύοντας δραχμή δραχμή, εκείνα που θα εστρωνε στο σπίτι της.
Ξερό τόπο αντίκρισε, καλοκαίρι, ζέστη ανυπόφορη.
Πώς θα ζήσουμε εδώ είπε?
Μια καλύβα κ μια παράγκα το σπίτι που θα βαζε το προικιο της,η παράγκα με κρεβατι σιδερένιο, ενα τραπέζι, δυο καρέκλες,αυτό ήταν το σπίτι και δίπλα μια καλύβα, σαν αυτή που στηναν οι βλάχοι στα χειμαδια,τέτοια ήταν, ποιός την ειχε στήσει;ίσως κάποιος από τους συγγενείς του αντρος της.
Κουζινακι,αποθηκουλα την είχαν.
Πήρε σιγά σιγά η ζωή τη ρότα της,δύσκολη ζωή, έρημη ζωή. Την άλλη χρονιά είχε μωρό, εκεί στην παράγκα κ τον τσιγκο,φοβόταν μη καεί το μωρό της από την κάψα του καλοκαιριού, δε το φασκιωνε,το άφηνε πάνω στα σεντόνια, εκείνα με τους κεντημενους κρεβατογυρους στο σιδερένιο κρεβάτι. Τα έκοψε, δε τα λυπήθηκε,κράτησε μόνο κάνα δυο,έτσι να τα δούνε τα παιδιά της πιο μετά.
Κι η καλύβα εκεί δίπλα, ένα πετρογκαζ για μαγείρεμα, πιάτα, κατσαρολικά,τρόφιμα, ούτε ψυγείο ούτε πολλά ντουλάπια. Ένα πετρογκαζ κ μια γάστρα, έτσι κι αλλιώς την αγαπούσε τη γάστρα, δεν κουραζοταν,δε βαρυγκομουσε.
Καλοκαίρι ήταν πουρθε η ανιψιά του αντρος της από τα Γιάννενα, λίγο να ξεφύγει, να κάνει μπάνια, να δει την Πρέβεζα. Πέρασαν οι μέρες ,η κοπέλα θα έφευγε, πάλι θα έμεναν σε κείνη την απέραντη ερημιά. Έτρεξε να κάνει έναν καφέ βιαστικά στην κοπέλα πριν την πάρει ο θειος της να την πάει απέναντι. Ούτε κατάλαβε πώς πήρε το άχυρο της καλύβας φωτιά, λαμπαδιασε η αχυρενια καλύβα, καηκαν τα λιγοστά υπάρχοντα που ήταν μέσα.
Πάει το πετρογκαζ ,πάει το λάδι μυξοκλαιγε ο άντρας της.
Καθόλου δε την ένοιαξε, σιγά κάηκε η καλύβα τουπε. Την επομενη,τη μεθεπόμενη χρονιά δε ξαναγύρισε, 4-5 χρόνια πολλά ήταν εκεί, προκοπή δεν έβλεπε, μόνο ερημιά κ τσακάλια έλεγε μετά από χρόνια.
Ήρθε κ η καλύβα από το παρελθόν μπροστά μου κι ας μην την είχα δει ποτέ κι ας μην ξέρω ποιός την έφτιαξε, είναι κι αυτή σε κείνες τις ιστορίες που άκουγα κ δεν απαρνιεμαι, κομμάτι κι αυτό της ζωής, όπως κ κείνα τα σεντόνια που κανα δυο απομένουν ανεγγιχτα στη ντουλάπα, έτσι να θυμίζουν τα όνειρα μιας γυναίκας που τα προσαρμοζε στην πραγματικότητα.
Μια φωτογραφία από βιβλίο με καλύβες, πολλές καλύβες εκεί στο Άκτιο,εμείς δεν είχαμε φωτογραφία εκεί, καμία θύμηση, καμια τύχη. Ίδια εποχή, ίσως η δική μας καλύβα δεν είχε καεί ακόμη, συγγενείς οι άνθρωποι στις καλύβες.
Έζησαν οι δικοί μας μαζί τους,κάποιους τους αγάπησε πιο πολύ κ απο τους δικούς της η νύφη εκείνου του καιρού.
Κι ο Μήτσος, παλικάρι τότε, ευθυτενης,περήφανος, όμορφος στην ψυχή. Ακόμη έτσι παραμένει στα 92 του χρόνια με την αλήθεια στο στόμα χωρίς φόβο, με θάρρος, να τιμά ένα όνομα που λίγοι τίμησαν.
Ποιος θα πει ότι οι καλύβες δεν εβγαλαν ακέραιους ανθρώπους! Αλλοίμονο σε κείνους που πίστεψαν ότι τα ντουβάρια, τα μεγάλα σπίτια, οι μεγάλες πόλεις, τα μεταξωτά σεντόνια σε κάνουν σπουδαίο.
Τα σεντόνια σκίζονται, κόβονται οι κρεβατογυροι οι κεντητοι κ στρωνονται σε σιδερένια κρεβάτια, σε παράγκες, σε καλύβες, σε μικρά σπιτάκια.
kiratzidon_monopatia
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
- 1
- 2









